Σάββατο 30 Απριλίου 2011

Η θεία Α.

Έχω αρκετούς λόγους να θυμάμαι τη θεία Α. Αφενός μεν πέρασε μερικά χρόνια μαζί μας νταντεύοντας εμένα και τον μικρότερο αδερφό μου, κυρίως βέβαια τον δεύτερο (όχι γιατί ήμουν ωριμότερος, μα γιατί έτυχε να πάω στο νηπιαγωγείο νωρίτερα). Αφετέρου είναι που απ' αυτήν άκουσα τα πρώτα παραμύθια μου μιας και οι γιαγιάδες βρισκότανε στο χωριό. Της χρωστάω λοιπόν τις ιστορίες με τον γκιώνη και τον πρωτομάστορα, ίσως κι άλλες που πια έχουνε ξεθωριάσει. Τέλος της χρωστάω και την αγάπη μου για τον καφέ, μιας και στα κρυφά με είχε αφήσει να δοκιμάσω λίγο ελληνικό με μπόλικο γάλα γύρω στα τέσσερα-πέντε μου. Μετά γύρισε στο χωριό και πέρασε εκεί την υπόλοιπη ζωή της μόνη. Στην παιδικά αδιάκριτη ερώτησή μου για το που είναι ο άντρας της μου είχε απαντήσει πως είχε χωρίσει.
Έμενε σε ένα από τα σπίτια του παλιού μαχαλά (τέσσερα ήτανε μαζί με το δικό μας) που προ υδρεύσεως ήτανε βολικά κοντά στην βρύση, μα κατόπιν υδρεύσεως εγκαταλείφθηκαν σταδιακά για άλλα, με πρόσβαση στον δρόμο. Το σπίτι της, μια μονοκατοικία (με πλάκα κι όχι σκεπή) ήτανε ακριβώς μπροστά στο μονοπάτι των εξερευνήσεων των χριστουγεννοπασχαλιατικοκαλοκαιρινών διακοπών και το αυλάκι που διέσχιζε την αυλή της ιδανικό μέρος για να δοκιμάσεις εκ του ασφαλούς την πλοϊμότητα καρυδότσουφλων μόλις κάποιος αποφάσιζε να ποτίσει και "άφηνε το νερό". Συνήθως ήτανε είτε στην αυλή της είτε στην κουζίνα, στην οποίαν είχε και το κρεβάτι της, απ' όπου μας καλούσε να πάμε για ένα γλυκό κυδώνι (πρόσκληση την οποίαν δε δεχόμαστε πάντα). Το σπίτι όμως είχε κι άλλα δύο δωμάτια, των οποίων τα παντζούρια ήτανε μονίμως κλειστά και τα οποία είχανε αυτή τη δροσιά του σπηλαίου. Τα παλιακά τους έπιπλα και οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες στον τοίχο δεν μου κάνανε τόση εντύπωση όση η μυστηριακή τους σκοτεινιά. Κι εκεί επάνω στην τραπεζαρία, μια κορνίζα με τον αδερφό μου στα μικράτα του και τη θεία να την ανασηκώνει τρυφερά και να μας διηγείται κάτι σχετικό.
Τα χρόνια περάσανε, οι γέροι φεύγανε ένας ένας, η παλιά γειτονιά είχε πια αδειάσει και μεις είχαμε πια μεγαλώσει οπότε δεν περνούσαμε όλη τη μέρα αλωνίζοντας τα μονοπάτια. Σαν τύχαινε να περνώ από εκεί, στο κάλεσμα από το παράθυρο της κουζίνας απαντούσα ένα αόριστο "γειά σου θείτσα" κι επιτάχυνα. Οι επισκέψεις είχανε πάρει τον χαρακτήρα της υποχρέωσης, όπως συχνά γίνεται σε κείνη την ηλικία που λέμε εφηβεία και στην οποίαν εμφανίζονται τα πρώτα δείγματα της κυνικής αυτοπεποίθησης που μας χαρακτηρίζει ακόμα, στη μέση πια της φθίνουσας νιότης. Αυτά όμως στις διακοπές. Διότι όλον τον υπόλοιπο καιρό, που ήτανε κι ο περισσότερος, από την αυλή της μπορούσε μόνο να δει μερικά ερειπωμένα σπίτια και την περίφημη μουντίλα της περιοχής μας.
Την τελευταία φορά που την είδα, ήταν στο σπίτι της κόρης της στην πόλη. Κάτι μου είπε κλαίγοντας, που πια δεν το θυμάμαι ίσως επειδή μου φάνηκε χαρακτηριστικά γεροντικό. Κάθησα μερική ώρα μαζί της, άρθρωσα μια-δυο συγκαταβατικές κουβέντες και βγήκα στην αυλή να καπνίσω. Η συγκατάβαση αυτή, αν και ακόμα με ενοχλεί, νομίζω είναι οικεία σε πολλούς: είναι η συγκατάβαση με την οποία το μεσημέρι κοιτάζει το λυκόφως έχοντας ξορκίσει ή πιστεύοντας πως έχει ξορκίσει το memento mori.
Ακόμη περνώ που και που από εκείνο το παλιό μονοπάτι όταν βρίσκομαι στο χωριό. Είναι από μια άποψη η μονομαχία μου με τον χρόνο. Εκτός από την εντροπία ο χρόνος έχει σύμμαχο και τη φύση στις περιπτώσεις των ορεινών χωριών. Κι έτσι κάθε φορά περνάω από τα ίδια μέρη προσπαθώντας να θυμηθώ πως ήτανε πριν τα καλύψει η βλάστηση, από τα ίδια σπίτια προσπαθώντας να θυμηθώ πως ήτανε πριν πέσουνε, από τα ίδια μονοπάτια μέχρι να τα βρω κλειστά.
Το σπίτι της θείας Α. δεν έχει φυσικά ακόμα πέσει, ήτανε πολύ καινούργιο γι' αυτό. Στις γλάστρες όμως έχουνε φυτρώσει αγριόχορτα και τα παντζούρια πια είναι όλα σφαλιστά, ακόμα και της κουζίνας. Ένας κισσός έχει εισχωρήσει μέσα στο παράθυρο της τραπεζαρίας, και από το σπασμένο τζάμι της πόρτας φαίνονται μερικά αναρριχητικά που έχουν φυτρώσει στο εσωτερικό. Τα χελιδόνια δεν έχουν ξανάρθει, μου είχαν πει πως ήρθανε στο δικό μας σπίτι που βλέπει ακόμα ανθρώπους μα δεν μπορώ να ξέρω αν είναι τα ίδια. Τελευταία φορά βρέθηκα εκεί πέρυσι τα Χριστούγεννα, πηγαίνοντας να βρω τους γάλανθους που επισκεπτόμουνα κάθε χρόνο. Βρήκα το μονοπάτι κλειστό λίγα μέτρα πιο κάτω και -πριν γυρίσω πίσω- μπήκα για λίγο στην αυλή της θείας. Έκατσα να κοιτάζω τη βροχή και είπα μερικά λόγια στη θεία, απ' αυτά που λες καμιά φορά στους νεκρούς γνωρίζοντας μεν πως δεν θα σ' ακούσουν αλλά που νιώθεις την ανάγκη να τα πεις, ακόμα κι αν είναι μόνο για να δείξεις στον εαυτό σου πως θυμάσαι. Θυμάσαι τη φωτογραφία που μάλλον είναι ακόμα στην τραπεζαρία και μια όμοιά της είδες σε ένα οικογενειακό άλμπουμ πρόσφατα. Θυμάσαι το Γκιώνη που φάγανε οι λύκοι κι ο αδερφός του έγινε νυχτοπούλι. Θυμάσαι ακόμα και τις καραμέλες σε σχήμα κομματιού πορτοκαλιού. Αυτό που όμως δεν μπορείς να θυμηθείς όση ώρα γράφεις αυτήν την ανάρτηση είναι η κηδεία της. Είχες πάει άραγε ή μήπως είχες απλώς ακούσει από την άλλη άκρη του τηλεφώνου ένα "πέθανε η θεία Α";
Δυστυχώς στο φωτογραφικό μου αρχείο δεν βρήκα πολλές σχετικές φωτογραφίες. Η συγκεκριμένη τραβήχτηκε την εποχή που αναφέρεται στην τελευταία παράγραφο λίγα βήματα πάνω από το σπίτι της θείας Α.
----------------------------------------------------------------------------------------------------------
Την συγκεκριμένη ιστορία μου θύμισε αυτή η ανάρτηση του Γ. Κατσαμάκη στον οποίον έφτασα μέσω niemandsrose.

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

Η τρισχιλιετής ιστορία και η μεσαιωνική Ήπειρος Ι

Τη συγκεκριμένη ανάρτηση τη σκεφτόμουνα από όταν είδα το "1821" αλλά συνεχώς την ανέβαλλα κυρίως επειδή απαιτούσε να ανατρέξω σε πηγές και δεν προλάβαινα. Έλα όμως που το Jungle Report ανέβασε αυτά τα υπέροχα αποσπασματάκια του Ι.Θ. Κακριδή για την νεοελληνική παράδοση και τους αρχαίους Έλληνες. Τα αποσπάσματα κατά τη γνώμη μου είναι ενδεικτικά αυτού που έχουμε αναφέρει και σε άλλες αναρτήσεις ως "ιστορικά προσδιορισμένο χαρακτήρα της εθνικής συνείδησης". Εάν λοιπόν λάβουμε σαν βασικό στοιχείο της συνείδησης μιας κοινωνίας το πως αυτοπροσδιορίζονται τα μέλη της , τότε προφανώς η τρισχιλιετής συνέχεια του έθνους πάει περίπατο, ακριβώς επειδή η έννοια "ελληνικό  έθνος" δεν είχε κανένα νόημα ή είχε διαφορετικό απ' αυτό που προτάσσει ο εθνικισμός για ανθρώπους που ζήσανε σε άλλες εποχές [1]. Η παρούσα θα κινηθεί στην ίδια λογική μα θα πάει μερικούς αιώνες παραπίσω, για την ακρίβεια στην Ήπειρο του 13ου-15ου αιώνα. 
Η βυζαντινή περίοδος έχει κεντρική θέση στην ελληνική ιστοριογραφία επειδή προσφέρει την 'γέφυρα' που χρειάζεται προκειμένου να θεμελιωθεί η ιδέα της συνέχισης του ελληνισμού από την αρχαιότητα ως σήμερα. Εαν λοιπόν θεωρήσει κανείς πως στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είχε ήδη αρχίσει να αποκρυσταλλώνεται μια ελληνική εθνική συνείδηση, τότε προσθέτεις και τα 400 χρόνια οθωμανικής "κατοχής" και το έθνος σου έχει διασωθεί με αμυχές για τρεις χιλιάδες χρόνια. Χωρίς να έχω διαβάσει εκτεταμένα Νίκο Σβορώνο, νομίζω πως υποστηρίζει την θέση πως ειδικά με την φραγκοκρατία στο Βυζαντινό χώρο έχουμε ανάπτυξη εθνικής συνείδησης. Μάλιστα με μια βόλτα στο google θα διαπιστώσετε πως αρκετά εθνικιστικά ιστολόγια επικαλούνται θριαμβευτικά τον "αριστερό Σβορώνο" σαν δικαίωση των απόψεών τους. Για μια καλή περιγραφή της ιστοριογραφίας του Σβορώνου δείτε εδώ.
Πάμε λοιπόν στην περίπτωσή μας, που θα εξετάσω με αντιπαραβολή σε ένα ντοκιμαντέρ του ΕΚΤ. Μιας και ο αναγνώστης δεν είναι υποχρεωμένος να ξέρει την σχετική ιστορία προτείνω να δείτε το ντοκιμαντέρ στο ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ εδώ. Την επιμέλεια των κειμένων έχει  κατά μια ελαφρά ειρωνεία της τύχης ο Φάνης Κακριδής (αν δεν απατώμαι γιος του Ι.Θ. Κακριδή που αναφέραμε παραπάνω). Εξηγούμαι για την ελαφρά ειρωνεία. Αυτή δεν έχει να κάνει με τον ίδιο τον Φ. Κακριδή αλλά με το γεγονός πως το ντοκιμαντέρ είναι στον αντίποδα αυτών των σημείων που αναφέρει το Jungle Report. Το ντοκιμαντέρ εξετάζει λοιπόν την ιστορία του 'Δεσποτάτου' της Ηπείρου [2] σαν μέρος της παραδοσιακής ιστορικής αφήγησης που επίσης συναντάμε στα εγχειρίδια της ιστορίας. Ακολούθως θα σχολιάσουμε ορισμένα από τα σημεία της αφήγησης αυτής με βάση κυρίως  τον Nicol του οποίου η μονογραφία αποτελεί μια από τις λίγες δουλειές στο θέμα [3]. 

Διάδοχα κράτη και βυζαντινή παλινόρθωση: Το ντοκιμαντέρ σωστά αναφέρει πως το Δεσποτάτο αποτέλεσε χώρο εγκατάστασης προσφύγων μετά την άλωση της Κων/πολης από τους Φράγκους το 1204. Επίσης σχεδόν σωστά αναφέρει πως στα χρόνια του Θεόδωρου "συναγωνιζόταν με την αυτοκρατορία της Νίκαιας για το ποιός θα ξαναπάρει την Πόλη από τους Φράγκους". Είναι αλήθεια πως οι ηγεμόνες της Ηπείρου αποσκοπούσαν στην παλινόρθωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αλλά το καίριο σημείο είναι πως η παλινόρθωση αυτή τους ενδιέφερε μόνο εφόσον γινόταν από τους ίδιους. Η επιγραφή ΜΑΔΚ (Μιχαήλ Άγγελος Δούκας Κομνηνός) που σώζεται ακόμα στο κάστρο της Άρτας σηματοδοτεί την προσπάθεια του Μιχαήλ ΙΙ της Ηπείρου να οικειοποιηθεί όλα τα ονόματα των βασιλικών οικογενειών του Βυζαντίου και να προβληθεί ως νόμιμος διεκδικητής του θρόνου. Η μονή της Βλαχέρνας στην Άρτα (όπου και οι τάφοι των Κομνηνοδουκάδων) επίσης δεν ονομάστηκε τυχαία, αλλά για να θυμίζει την ομώνυμη μονή στην Κωνσταντινούπολη. Επανέρχομαι λοιπόν στο "σχεδόν σωστά" που είπα παραπάνω. Το ντοκιμαντέρ παρουσιάζει τον αγώνα δρόμου του Δεσποτάτου και της Νίκαιας σχεδόν σαν μια ευγενή άμιλλα φιλικών κρατών που τα ένωνε ένας κοινός σκοπός. Εάν ίσχυε αυτό, μόλις ένας εκ των δύο καταλάμβανε την Κων/πολή ο άλλος θα έπρεπε να τρέξει να τον συγχαρεί και να προσχωρήσει στην παλινορθωμένη αυτοκρατορία. Κάτι τέτοιο όχι μόνο δεν  συνέβη ποτέ μα στην πραγματικότητα τα δύο κράτη ήτανε σφοδρότατα ανταγωνιστικά μεταξύ τους όπως θα δούμε παρακάτω.

Έλληνες vs Φράγκοι: Σύμφωνα με το ντοκιμαντέρ "το Δεσποτάτο γίνεται αμέσως κέντρο ελληνικής αντίστασης στους Φράγκους". Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της αντίστασης ήτανε η μάχη της Πελαγονίας το 1259. Το ενδιαφέρον με την μάχη αυτή είναι ότι από τη μια πλευρά βρίσκονταν ο ηγεμόνας της Ηπείρου Μιχαήλ ΙΙ, ο γαμπρός του, Manfred της Σικελίας (Φράγκος) και ο πρίγκηπας της Αχαϊας William of Villehardouin (κι άλλος Φράγκος!) και απέναντί τους ο στρατός της Νίκαιας, ο οποίος νίκησε στη μάχη και ανακατέλαβε και την Κωνσταντινούπολη δυο χρόνια μετά. Μόλις το 1261, βυζαντινές -πια- φρουρές εγκαθίστανται στην Άρτα και τα Γιάννενα, ο Μιχαήλ δέχεται βοήθεια από τον (Φράγκο) γαμπρό του και ανακτά τις πόλεις. Μια σημαντική παράμετρος αναφέρεται εδώ από τον Nicol σύμφωνα με τον οποίον "οι κάτοικοι [των δυο πόλεων] καλωσόρισαν την επιστροφή του Δεσπότη τους. Είχαν κάνει απολύτως ξεκάθαρο πως προτιμούσαν να κυβερνιούνται από τους δικούς τους ηγεμόνες παρά να μετατραπούν σε επαρχιώτες της παλινορθωμένης αυτοκρατορίας". (σ. 8). Μέχρι να πεθάνει, 6 χρόνια αργότερα, ο Μιχαήλ ΙΙ είχε προλάβει να ξαναβρεθεί σε εμπόλεμη κατάσταση με το Βυζάντιο άλλες δύο φορές! Ο διάδοχός του Νικηφόρος, παρότι παντρεμένος με την ανιψιά του βυζαντινού αυτοκράτορα, δεν είχε κανένα πρόβλημα να καταδικάζει την προσέγγιση του Βυζαντίου με την Ρωμαιοκαθολική εκκλησία στηριζόμενος ο ίδιος σε ένα πλέγμα συμμαχιών τόσο με το πριγκιπάτο της Αχαΐας (Φράγκοι) όσο και με τον Charles d' Anjou της Νάπολης και Σικελίας (επίσης Φράγκος). Από τα δύο αυτά ενδεικτικά παραδείγματα φαίνεται πως το Δεσποτάτο μπορεί να ήτανε μεν βυζαντινό όσον αφορά τον πολιτισμό, μα σε καμία περίπτωση εστία αντίστασης στους Φράγκους. Η πραγματικότητα είναι πως όπως κάθε φεουδαρχικό κράτος βρέθηκε και στα δύο στρατόπεδα κατά καιρούς, ανάλογα με τους υπολογισμούς των ηγεμόνων του για το ποια επιλογή θα εξυπηρετούσε καλύτερα την συνέχιση της ανεξαρτησίας τους.

Επειδή βλέπω πως η ανάρτηση βγαίνει μεγαλύτερη απ' ό,τι περίμενα κι επειδή κοντεύει χάραμα αποφάσισα να τη σπάσω σε δύο μέρη. Η συνέχεια λοιπόν σχετικά με την 'εθνική συνείδηση' του Δεσποτάτου στην επόμενη.

---------------------------------------------------------------------
[1] Η προσέγγιση αυτή βέβαια δεν μπορεί να κάμψει τις ενστάσεις όσων αντιλαμβάνονται τα έθνη ως  μια εξωιστορική πραγματικότητα ανεξαρτήτως συνείδησης των μελών τους.
[2] Το "Δεσποτάτο" είναι εντός εισαγωγικών γιατί όπως και στην περίπτωση της "Βυζαντινής Αυτοκρατορίας" ο όρος καθιερώθηκε μεταγενέστερα. Παρότι ορισμένοι από τους ηγεμόνες χρησιμοποίησαν τον τίτλο δεν ήταν ούτε κληρονομικός ούτε -απ' όσο γνωρίζω- αναφέρεται πουθενά στις ιστορικές πηγές ο όρος "δεσποτάτο". Ο Οστρογκόρσκι χρησιμοποιεί τον όρο "κράτος της Ηπείρου".
[3] Πρόκειται για το: D. Nicol, The Despotate of Epiros 1267-1479: A contribution to the history of Greece in the middle ages (Cambridge University Press: 1984). Το βιβλίο είχε παλιότερα μεταφραστεί στα ελληνικά μα είναι πλέον πολύ δυσεύρετο. Εξίσου σπάνιο είναι κι ένα σχετικό βιβλίο του Γ. Ζιάγκου του 1973 από το οποίο δυστυχώς δεν μπορώ να αντλήσω επειδή δεν το έχω εδώ.