Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νοσταλγια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νοσταλγια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012

Quiz: Railroad Version

Δεδομένα: Το 1993, οι βρετανικοί σιδηρόδρομοι ιδιωτικοποιήθηκαν από την κυβέρνηση των Συντηρητικών με βασικό επιχείρημα -τι άλλο;- το κόστος για τον φορολογούμενο. Αντιγράφουμε από το προεκλογικό πρόγραμμα του 1992 αυτό: "Next year alone, British Rail's external finance will top £2,000 million" αλλά και αυτό: "We believe that the best way to produce profound and lasting improvements on the railways is to end BR's state monopoly We want to restore the pride and local commitment that died with nationalisation. We want to give the private sector the opportunity to operate existing rail services and introduce new ones, for both passengers and freight"


Quiz: Η παραπάνω φωτογραφία τραβήχτηκε το Νοέμβρη του 2011 και απεικονίζει:
1. Διαφήμιση της εταιρίας που έχει το franchise του συγκεκριμένου δρομολογίου και αποφάσισε να βελτιώσει την υποδομή
2. Διαφήμιση της εταιρίας που έχει το franchise των υποδομών και αποφάσισε να βελτιώσει την υποδομή
3. Άλλο

Απ: Η απάντηση βρίσκεται στο διάγραμμα κάτω από το 1.13 στο σχετικό έγγραφο της transport Scotland. Αντιγράφω από την επεξήγηση: "Η άμεση συμβολή από τους επιβάτες είναι 259 εκατομμύρια, 26% του συνόλου (σ.σ. ακούω υποθέσεις για το από που προέρχεται το υπόλοιπο 74%)". Η Network Rail που βλέπετε στο διάγραμμα να λαμβάνει γύρω στα 640 εκατομμύρια (εκ των οποίων 165 από την Scotrail η οποία λαμβάνει άλλα 290 από το δημόσιο σε επιδότηση) είναι η εταιρία που διαχειρίζεται την υποδομή. Δεν είναι πλέον ιδιωτική. Ιδιωτική ήτανε η προκάτοχός της που φαλίρισε το 2001. Όσο για τα λεφτά που γλίτωσε ο φορολογούμενος, το νέο σύστημα του κοστίζει σε επιδοτήσεις περίπου το τριπλάσιο (επιφυλακτικότητα με τα νούμερα όμως, το ΑΕΠ έχει ανέβει, άρα ως ποσοστό του προϋπολογισμού η επιδότηση έχει αυξηθεί λιγότερο από το 150% που υπονοεί το απόλυτο ποσό) από ό,τι το προηγούμενο όπως αναφέρει ο Rod Little στο άρθρο της Sunday Times με τον ενδεικτικό τίτλο "Φέρτε πίσω την British Rail, όλα συγχωρέθηκαν" (μιας και η ST χρειάζεται συνδρομή το βρήκα αναδημοσιευμένο). 

Κι ένα μπόνους βίντεο με τις καλημέρες μου:


Σάββατο 30 Απριλίου 2011

Η θεία Α.

Έχω αρκετούς λόγους να θυμάμαι τη θεία Α. Αφενός μεν πέρασε μερικά χρόνια μαζί μας νταντεύοντας εμένα και τον μικρότερο αδερφό μου, κυρίως βέβαια τον δεύτερο (όχι γιατί ήμουν ωριμότερος, μα γιατί έτυχε να πάω στο νηπιαγωγείο νωρίτερα). Αφετέρου είναι που απ' αυτήν άκουσα τα πρώτα παραμύθια μου μιας και οι γιαγιάδες βρισκότανε στο χωριό. Της χρωστάω λοιπόν τις ιστορίες με τον γκιώνη και τον πρωτομάστορα, ίσως κι άλλες που πια έχουνε ξεθωριάσει. Τέλος της χρωστάω και την αγάπη μου για τον καφέ, μιας και στα κρυφά με είχε αφήσει να δοκιμάσω λίγο ελληνικό με μπόλικο γάλα γύρω στα τέσσερα-πέντε μου. Μετά γύρισε στο χωριό και πέρασε εκεί την υπόλοιπη ζωή της μόνη. Στην παιδικά αδιάκριτη ερώτησή μου για το που είναι ο άντρας της μου είχε απαντήσει πως είχε χωρίσει.
Έμενε σε ένα από τα σπίτια του παλιού μαχαλά (τέσσερα ήτανε μαζί με το δικό μας) που προ υδρεύσεως ήτανε βολικά κοντά στην βρύση, μα κατόπιν υδρεύσεως εγκαταλείφθηκαν σταδιακά για άλλα, με πρόσβαση στον δρόμο. Το σπίτι της, μια μονοκατοικία (με πλάκα κι όχι σκεπή) ήτανε ακριβώς μπροστά στο μονοπάτι των εξερευνήσεων των χριστουγεννοπασχαλιατικοκαλοκαιρινών διακοπών και το αυλάκι που διέσχιζε την αυλή της ιδανικό μέρος για να δοκιμάσεις εκ του ασφαλούς την πλοϊμότητα καρυδότσουφλων μόλις κάποιος αποφάσιζε να ποτίσει και "άφηνε το νερό". Συνήθως ήτανε είτε στην αυλή της είτε στην κουζίνα, στην οποίαν είχε και το κρεβάτι της, απ' όπου μας καλούσε να πάμε για ένα γλυκό κυδώνι (πρόσκληση την οποίαν δε δεχόμαστε πάντα). Το σπίτι όμως είχε κι άλλα δύο δωμάτια, των οποίων τα παντζούρια ήτανε μονίμως κλειστά και τα οποία είχανε αυτή τη δροσιά του σπηλαίου. Τα παλιακά τους έπιπλα και οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες στον τοίχο δεν μου κάνανε τόση εντύπωση όση η μυστηριακή τους σκοτεινιά. Κι εκεί επάνω στην τραπεζαρία, μια κορνίζα με τον αδερφό μου στα μικράτα του και τη θεία να την ανασηκώνει τρυφερά και να μας διηγείται κάτι σχετικό.
Τα χρόνια περάσανε, οι γέροι φεύγανε ένας ένας, η παλιά γειτονιά είχε πια αδειάσει και μεις είχαμε πια μεγαλώσει οπότε δεν περνούσαμε όλη τη μέρα αλωνίζοντας τα μονοπάτια. Σαν τύχαινε να περνώ από εκεί, στο κάλεσμα από το παράθυρο της κουζίνας απαντούσα ένα αόριστο "γειά σου θείτσα" κι επιτάχυνα. Οι επισκέψεις είχανε πάρει τον χαρακτήρα της υποχρέωσης, όπως συχνά γίνεται σε κείνη την ηλικία που λέμε εφηβεία και στην οποίαν εμφανίζονται τα πρώτα δείγματα της κυνικής αυτοπεποίθησης που μας χαρακτηρίζει ακόμα, στη μέση πια της φθίνουσας νιότης. Αυτά όμως στις διακοπές. Διότι όλον τον υπόλοιπο καιρό, που ήτανε κι ο περισσότερος, από την αυλή της μπορούσε μόνο να δει μερικά ερειπωμένα σπίτια και την περίφημη μουντίλα της περιοχής μας.
Την τελευταία φορά που την είδα, ήταν στο σπίτι της κόρης της στην πόλη. Κάτι μου είπε κλαίγοντας, που πια δεν το θυμάμαι ίσως επειδή μου φάνηκε χαρακτηριστικά γεροντικό. Κάθησα μερική ώρα μαζί της, άρθρωσα μια-δυο συγκαταβατικές κουβέντες και βγήκα στην αυλή να καπνίσω. Η συγκατάβαση αυτή, αν και ακόμα με ενοχλεί, νομίζω είναι οικεία σε πολλούς: είναι η συγκατάβαση με την οποία το μεσημέρι κοιτάζει το λυκόφως έχοντας ξορκίσει ή πιστεύοντας πως έχει ξορκίσει το memento mori.
Ακόμη περνώ που και που από εκείνο το παλιό μονοπάτι όταν βρίσκομαι στο χωριό. Είναι από μια άποψη η μονομαχία μου με τον χρόνο. Εκτός από την εντροπία ο χρόνος έχει σύμμαχο και τη φύση στις περιπτώσεις των ορεινών χωριών. Κι έτσι κάθε φορά περνάω από τα ίδια μέρη προσπαθώντας να θυμηθώ πως ήτανε πριν τα καλύψει η βλάστηση, από τα ίδια σπίτια προσπαθώντας να θυμηθώ πως ήτανε πριν πέσουνε, από τα ίδια μονοπάτια μέχρι να τα βρω κλειστά.
Το σπίτι της θείας Α. δεν έχει φυσικά ακόμα πέσει, ήτανε πολύ καινούργιο γι' αυτό. Στις γλάστρες όμως έχουνε φυτρώσει αγριόχορτα και τα παντζούρια πια είναι όλα σφαλιστά, ακόμα και της κουζίνας. Ένας κισσός έχει εισχωρήσει μέσα στο παράθυρο της τραπεζαρίας, και από το σπασμένο τζάμι της πόρτας φαίνονται μερικά αναρριχητικά που έχουν φυτρώσει στο εσωτερικό. Τα χελιδόνια δεν έχουν ξανάρθει, μου είχαν πει πως ήρθανε στο δικό μας σπίτι που βλέπει ακόμα ανθρώπους μα δεν μπορώ να ξέρω αν είναι τα ίδια. Τελευταία φορά βρέθηκα εκεί πέρυσι τα Χριστούγεννα, πηγαίνοντας να βρω τους γάλανθους που επισκεπτόμουνα κάθε χρόνο. Βρήκα το μονοπάτι κλειστό λίγα μέτρα πιο κάτω και -πριν γυρίσω πίσω- μπήκα για λίγο στην αυλή της θείας. Έκατσα να κοιτάζω τη βροχή και είπα μερικά λόγια στη θεία, απ' αυτά που λες καμιά φορά στους νεκρούς γνωρίζοντας μεν πως δεν θα σ' ακούσουν αλλά που νιώθεις την ανάγκη να τα πεις, ακόμα κι αν είναι μόνο για να δείξεις στον εαυτό σου πως θυμάσαι. Θυμάσαι τη φωτογραφία που μάλλον είναι ακόμα στην τραπεζαρία και μια όμοιά της είδες σε ένα οικογενειακό άλμπουμ πρόσφατα. Θυμάσαι το Γκιώνη που φάγανε οι λύκοι κι ο αδερφός του έγινε νυχτοπούλι. Θυμάσαι ακόμα και τις καραμέλες σε σχήμα κομματιού πορτοκαλιού. Αυτό που όμως δεν μπορείς να θυμηθείς όση ώρα γράφεις αυτήν την ανάρτηση είναι η κηδεία της. Είχες πάει άραγε ή μήπως είχες απλώς ακούσει από την άλλη άκρη του τηλεφώνου ένα "πέθανε η θεία Α";
Δυστυχώς στο φωτογραφικό μου αρχείο δεν βρήκα πολλές σχετικές φωτογραφίες. Η συγκεκριμένη τραβήχτηκε την εποχή που αναφέρεται στην τελευταία παράγραφο λίγα βήματα πάνω από το σπίτι της θείας Α.
----------------------------------------------------------------------------------------------------------
Την συγκεκριμένη ιστορία μου θύμισε αυτή η ανάρτηση του Γ. Κατσαμάκη στον οποίον έφτασα μέσω niemandsrose.

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Τα χρόνια κοντά στ' ακρογιάλι

Όπως έγραφα την απάντηση στο σχόλιο της Ιωάννας -που ορθώς απορούσε τι γυρεύει ένας Ηπειρώτης στον Κορινθιακό- με έπιασε ένα από κείνα τα ακατανίκητα φλασμπακ που ένας φίλος είχε περιγράψει πολύ όμορφα όταν με ξεναγούσε στην γειτονιά του ως ακολούθως: "κάνουμε σαν εκείνους τους παππούδες που μπορούνε να δούνε τη σχάρα ενός υπονόμου και να σου ανακατασκευάσουνε την γειτονιά πριν κάμποσες δεκαετίες". Έτσι κι εγώ, χωρίς σχάρα υπονόμου ως ερέθισμα αλλά μερικά πιξελς (o tempora!) θυμήθηκα εκείνο το ποιηματάκι του Παλαμά που θα σας δώσω στο τέλος της ανάρτησης κι αφού το άκουσα και το ξανάκουσα, θυμήθηκα και μερικά σκόρπια πράγματα από τα "πρώτα μου χρόνια κοντά στ' ακρογιάλι"
Δεν σκοπεύω να μακρηγορήσω γιατί ξημέρωσε Κυριακή και έχουμε εκδρομούλα στην εξωτική Γλασκώβη. Επίσης δεν σκοπεύω να καρφώσω το όνομα της πολίχνης που με φιλοξένησε την πρώτη δεκαετία της ζωής μου, για να την προστατεύσω από τα φώτα της δημοσιότητας. Άλλωστε, δεν είναι πλέον η ίδια και κινδυνεύω να χαρακτηριστώ φαντασιόπληκτος αν κανένας συγκρίνει την τωρινή πραγματικότητα των πολυόροφων οικοδομών επάνω στο κύμα με τις σχεδόν βουκολικές περιγραφές μου. Όπως και να έχει στα τέλη του περασμένου αιώνα ο συνοικισμός που μεγάλωσα ήτανε χωμένος μέσα σε περιβόλια εσπεριδοειδών και αποτελούνταν κυρίως από μονοκατοικίες, αν και εμείς είχαμε πιάσει ένα διαμπερές σε ένα τρίπατο κτίριο οπότε είχαμε αγνάντιο τον Κορινθιακό και τον αέρα του. Εκειδά είναι που γνώρισα μερικές από τις μεγάλες μου αγάπες που κουβαλάω ακόμα, όπως το άρωμα από το αγιόκλημα και τις ανθισμένες λεμονιές ένα γλυκό καλοκαιρινό βράδυ, με συνοδεία από τριζόνια και γκιώνη ει δυνατόν. Επίσης το χρώμα της θάλασσας το φθινόπωρο και τον απόμακρο ήχο τον κυμάτων το βράδυ (που πρώτη φορά τον πρόσεξα το άυπνο βράδυ πριν μετακομίσω για τα ορεινά). Δεν νομίζω να ζούνε ακόμα, μα ήτανε και δύο παππούδες με παχιά άσπρα μουστάκια και ψάθινα καπελάκια, που τους έβλεπα συνέχεια όταν πηγαίναμε στη θάλασσα και δεν αποχωριζότανε τα καπέλα τους ούτε στο νερό. Ίσως σε μερικές δεκαετίες να ξαναπάω σ' αυτήν την παραλία με το δικό μου ψαθάκι, έτσι για φόρο τιμής. Να μην ξεχάσω κι εκείνον τον τούβλινο τοίχο με τον οποίον είχα σφιχταγκαλιαστεί τόσες φορές όταν μάθαινα ποδήλατο κι έτσι ήρθα σε κοντινή επαφή με αυτό το ορθογώνιο κεραμικό πολύ πριν χρειαστεί να διδάξω.
Μιας και πλησιάζω στο σημείο που θα μαζέψω όπως όπως την αναδρομή μου και θα σας δώσω το ποίημα, πρέπει να ξεκαθαρίσω πως δεν κουβαλούσα καμία μεγάλη πίκρα αντίστοιχη με του Παλαμά (που αν δεν κάνω λάθος είχε ορφανέψει από παιδί). Πέρα από τους τσακωμούς και τις κατσάδες, οι 'πίκρες' εκείνα τα χρόνια είχανε να κάνουνε με απώλειες παιχνιδιών και ζώων. Τα πρώτα είναι η κλασική ιστορία των LEGO που ρουφούσε η σκούπα-δολοφόνος, με εκείνο το διαολεμένο θόρυβο που έβγαζε ο μεταλλικός της σωλήνας μόλις τραβούσε κάτι που δεν έπρεπε να είχε ξεχαστεί στη φλοκάτη. Ή εκείνου του ηρωικού πολυβολητή που είχα ακροβολίσει επάνω στη σόμπα για να καλύπτει την διάβαση ανάμεσα στην τραπεζαρία και την γλάστρα με τον φίκο και ο οποίος ,δεδομένου του ότι η σόμπα ήτανε αναμμένη, έπεσε αδιαμαρτύρητα στο βωμό του καθήκοντος (μάλλον όχι εντελώς αδιαμαρτύρητα, γιατί το λιωμένο πλαστικό ως γνωστόν βρωμοκοπάει). Κι αν τις τραγωδίες των παιχνιδιών τις σκέφτομαι και γελάω δεν ισχύει το ίδιο με το ζωικό βασίλειο. Τα παιδιά δεν πρέπει να μεγαλώνουνε σε εξοχές, ακόμα και άθελά τους μπορούνε να γίνουνε εγκληματίες! Μπορεί να έχω φάει χώμα πέφτοντας από το ποδήλατο για να μην πατήσω ένα από κείνα τα μεγάλα κόκκινα μυρμήγκια, αλλά πολλά άλλα ζώα χάθηκαν λόγω της υπερβολικής φροντίδας ή/και περιέργειας στην μελέτη τους ,για να μην μετρήσουμε και την αδικαιολόγητη μα πραγματική παιδική κακία. Ακόμα έχω τα χέρια μου βαμμένα με το αίμα ενός μεγάλου κεφαλόπουλου που είχαμε πιάσει με την απόχη και άθελά μας τραυματίσει στην νηκτική κύστη. Προφανώς, το δύστυχο ζωντανό μόλις ξαναέπεσε στο νερό, απλώς επέπλεε στο πλάι και παρ' όλο που είχα πλαντάξει στο κλάμα τελικά κατέληξε στο τηγάνι και το έφαγε με ενοχές ο μικρός αδερφός, που δεν μπορούσε να εκτιμήσει πλήρως την βαρύτητα της κατάστασης. Έκτοτε εξυπακούεται πως δεν έχω ξαναπάει για ψάρεμα, ούτε καν ως θεατής. Την πρώτη πραγματική πίκρα λοιπόν, την έφαγα όταν χρειάστηκε να φύγω για τα άγνωστα μέχρι τότε Γιάννενα κι έτσι έμαθα πως οι ανθρώπινες απώλειες τσούζουνε λίγο παραπάνω από αυτές των παιχνιδιών. Το ποίημα έπεται σε μελοποίηση Δεληβορία. Τις καλημέρες μου!

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Οι Μοιραίοι

Το τραγούδι αυτό, μιας και ως ποίημα το έμαθα στα σχολικά μου χρόνια, είναι μια από κείνες τις κάπως ομιχλιασμένες μνήμες που κουβαλάει κάποιος από την εποχή που μετρούσε την ηλικία του σε μονοψήφιους αριθμούς. Θυμάμαι να το τραγουδάει μια μεγαλούτσικη παρέα σε μια -βολικά- υπόγεια ταβέρνα στο Δερβένι, παρέα με ακορντεόν, μπουζούκι και κιθάρα. Επίσης θυμάμαι τον αέρα και τον βραδινό φουσκωμένο Κορινθιακό, τα αρμυρίκια και το φεγγάρι πίσω από αραιή συννεφιά. Ναι, θυμάμαι και τον άβολο ύπνο σε κείνες τις ξύλινες καρέκλες. Προφανώς σε κείνη την ηλικία δεν ήμουνα τόσο νοσταλγικός -άλλωστε ποτέ δεν είσαι νοσταλγικός για κάτι όταν συμβαίνει- αντιθέτως, ως κάθε αμύητος στα μυστικά του κρασιού πιτσιρικάς, δυσανασχετούσα πολύ με την ιδέα του ύπνου στις καρέκλες. Πρόσφατα ο πατέρας μου θυμήθηκε γελώντας πως έδινε μάχη για να καταφέρει να με ξεμουλαρώσει όταν ήταν να πάμε στην ταβέρνα. 
Το τραγούδι το ξανανακάλυψα χρόνια μετά, όταν στα κείμενα του λυκείου η φιλόλογος μας έφερε μια παλιά κασέτα με την εκτέλεση του Μπιθικώτση. Όσο βέβαια κι αν απολάμβανα την μουσική ένιωθα πως είχε αυτήν την χαωτική απόσταση από την πραγματικότητα. Ακόμα κι αν εξέφραζε την γενιά της παρέας της ταβέρνας, που μεγαλώσανε σε κάποια χωριά και ζοριστήκανε για να καταφέρουν να σπουδάσουνε, σε μένα και την δικιά μου γενιά προφανώς δεν θα μπορούσε να πει και πολλά πολλά. Άλλωστε, το Γκάζι είναι posh την σήμερον και δεν νομίζω η κόρη του Γιαβή να έχει αντιρρήσεις να συχνάζει εκεί. Αυτά μέχρι φέτος. Φέτος που στην επίσκεψή μου στα πατρώα, είδα τους ανθρώπους της γενιάς μου, υποτίθεται στο παραγωγικότερο μέρος της ζωής μας, με μια βουβή ή και  σπανιότερα εκπεφρασμένη απογοήτευση για τη δουλεία που δεν βρίσκουνε εδώ και δυο χρόνια ή που την βρήκανε και τους πληρώνει με χιούμορ που περισσεύει. Δεν ήτανε αυτό που με τρόμαξε όμως και μου θύμισε τόσο τους "μοιραίους", ήτανε η κουρασμένη αποδοχή του αναπόφευκτου η προσμονή του 'θαύματος'. Κι έτσι έμαθα πως η κόρη του Γιαβή, του κάθε Γιαβή, ποτέ δεν έφυγε,  απλώς την έκανε από το Γκάζι επειδή ακρίβυνε κι αυτό. Καλό σας βράδυ.

Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2010

Το συνοικιακό μαγαζάκι

DISCLAIMER: Η παρούσα αναφέρεται όντως σε συνοικιακό μαγαζάκι. Αν περιμένατε να διαβάσετε μια ακόμη από τις -δημοφιλείς τελευταία- παρομοιώσεις της οικονομίας της Ελλάδας με μαγαζί, μην διαβάσετε παρακάτω. 

Σε ένα από τα δρομάκια της γειτονιάς βρίσκεται ένα από τα μικρά συνοικιακά μαγαζιά που ανήκουνε σε μια άλλη εποχή,  αυτήν που πρόλαβα κι εγώ στα τελευταία της. Πρόκειται για ενα stamp shop, χόμπι που ακόμα κι εγώ είχα κάποτε μέχρι που κάποια στιγμή στο γυμνάσιο ή το λύκειο το είχα παρατήσει. Την σκονισμένη -και πιθανότατα χρόνια παρατημένη στην τύχη της- βιτρίνα εκτός από μερικά ξεθωρισμένα γραμματόσημα κοσμούνε και μερικά κουτιά μοντελισμού και τρενομοντελισμού (πόσο βρετανικό!) επίσης ξεθωριασμένα. Δύσκολοι καιροί για χόμπι, ειδικά δε για τέτοια χόμπι και απορίας άξιον είναι γιατί το μαγαζάκι αυτό παραμένει ανοιχτό. Αυτό όμως που με έκανε να κοντοσταθώ στην βιτρίνα -και έκτοτε πάντα κοντοστέκομαι σαν περνώ- και μου μάγκωσε και την καρδιά κάπως, ήτανε ένα σημείωμα του ιδιοκτήτη καρφιτσωμένο στο τζάμι:





Το κείμενο μου θυμίζει λίγο εκείνον τον τυπάκο σε ένα τραγουδάκι, που μπαίνει σε μια εκκλησία για να γλιτώσει το παλιόκρυο ονειρευόμενος πόση ζέστη θα έκανε εκείνον τον καιρό στο Los Angeles. Οι ομοιότητες σταματάνε εδώ γιατί στο τραγουδάκι ο οικοδεσπότης σχεδόν χαιρέκακα παρουσιάζεται να ξέρει ότι ο επισκέπτης δεν μπορεί να φύγει και ο δεύτερος είναι αναγκασμένος να πέσει στα γόνατα και να προσποιείται πως προσεύχεται. Αντιθέτως ο οικοδεσπότης στην δικιά μου περίπτωση δεν έχει κανένα πρόβλημα να μπεις στον χώρο του με πρόφαση πως κάτι ψάχνεις ή χωρίς καν την πρόφαση για να γλιτώσεις από την βροχή. Δεν θα διαβώ βέβαια το κατώφλι του μαγαζιού, γιατί παρόλο που κρυώνω και σκέφτομαι τι καιρό θα κάνει στην Μεσόγειο, δεν μπορώ να διανοηθώ τον εαυτό μου να λέει "γεια σας μπήκα να πω ένα γεια επειδή διάβασα το μήνυμα στο μπουκάλι και συγκινήθηκα". Έχω όμως μια περιέργεια να αντικρίσω τον ιδιοκτήτη που ναυάγησε στον 21ο αιώνα και που φαντάζομαι σαν έναν μοναχικό συμπαθή γεράκο, που όμως δεν φοβάται να γράψει στο μήνυμά του προς τον έξω κόσμο πως θα ήθελε λίγη παρέα.

Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010

"Να φοβάσαι τ' άστρα του Νοτιά"

Την ανάρτηση ετούτη του την χρωστούσα καιρό, απ' όταν έμαθα πως συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τη γέννησή του τον Γενάρη. Άλλωστε τέτοια εποχή πριν έντεκα χρόνια ήτανε που τον γνώρισα τον Κόλια. Όχι μέσω των κειμένων του, μα όπως -φαντάζομαι- και πολλοί άλλοι πριν από μένα μέσω των μελοποιημένων του ποιημάτων. Κι όμως από τη στιγμή εκείνη δεν έχω ξαναντικρύσει, ξανανοσταλγήσει ή ξαναονειρευτεί θάλασσα χωρίς να πάει το μυαλό μου σε κάποιον στίχο του. Εάν δε πατήσω σε καράβι, είναι σχεδόν νομοτελειακό πως μάλλον τον στίχο δεν θα τον σκεφτώ μόνον αλλά θα τον φαλτσοτραγουδήσω κιόλας. Χώρια που η ποίηση του Καββαδία είναι πάντα ένα εξωτικό μάθημα γεωγραφίας, ακόμα και για αυτάρεσκους διεθνολόγους που πιστεύουνε πως ξέρουνε που πέφτει κάθε τι που αξίζει να γνωρίζεις επάνω στον πλανήτη.
Μιας και ορισμένα πράγματα έχουνε ήδη ειπωθεί πολύ καλύτερα -και εκτενέστερα- απ' ό,τι θα μπορούσα να τα γράψω εγώ, συγχωρέστε μου εκ των προτέρων τα πολλά λινκ που θα ακολουθήσουνε. Το ως3 λοιπόν για αρχή έχει ένα πολύ καλό αφιέρωμα στον ποιητή, και το ντοκιμαντέρ για την ζωή του από τη 'μηχανή του χρόνου', διανθισμένο με κάποια από τα πιο γνωστά μελοποιημένα του ποιήματα βρίσκεται σε συνέχειες εδώ. Περνώντας στις μελοποιήσεις, αναμφίβολα οι πιο διάσημες είναι του Μικρούτσικου στον οποίον όπως σωστά αναφέρει το καλώδιο οφείλουμε σε μεγάλο βαθμό το ότι τραγουδάμε Καββαδία. Το δεύτερο μεγάλο σετ μελοποιήσεων έχει γίνει από του Ξέμπαρκους και μολονότι μου πήρε κάμποσο να τις συνηθίσω -μαθημένος από Μικρούτσικο όπως ήμουνα- πλέον τις απολαμβάνω όσο και τις γνωστές. Πώς θα μπορούσα άλλωστε να μην τις απολαύσω όταν περιλαμβάνουν κάτι σαν κι αυτό;
Δεν θα αναφερθώ σε μεμονωμένα ποίηματα-τραγούδια γιατί παρ' όλο που θα γεμίσω λινκ την ανάρτηση θα αδικήσω πολλά, στο καλώδιο πάντως που προανέφερα μπορείτε να βρείτε αναλυτικές αναρτήσεις για κάθε ποιητική συλλογή (δηλαδή μαραμπού, πούσι και τραβέρσο ) κι αντιγράφοντας από κει τους τίτλους μπορείτε να δοκιμάσετε την τύχη σας στο youtube. Από το πεζό του, την Βάρδια είχα δώσει παλιότερα ένα μικρό αποσπασματάκι εδώ. Κλείνοντας, επειδή δεν ξέρω ποιό βιντεάκι να διαλέξω προς επισύναψη θα δοκιμάσω κάτι ασυνήθιστο. Σας αφήνω λοιπόν με μια ερασιτεχνική απόδοση του "Ένας δόκιμος στη γέφυρα εν ώρα κινδύνου", που έχουν ετοιμάσει κάτι φίλοι και την βρίσκω πολύ όμορφη (με την εξαίρεση της μπουρούς κάπου στο πρώτο λεπτό που άνετα θα την περιέγραφα ως ηχητική τρομοκρατία). Επειδή το απαγγελτό στυλ μπορεί να σας ξενίσει, το ίδιο ποίημα έχει μελοποιηθεί (αν κι όχι ολόκληρο) κι από τους Ξέμπαρκους. Καλό σας βράδυ!

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

Πρωινός ήλιος

Νομίζω τέτοιου τύπου ανάρτηση έχω να κάνω μήνες, ίσως από την "Νάντη" τον χειμώνα. Έλα όμως που περιμένοντας την σημερινή ιερά εξέταση με τσίμπησε το ξημέρωμα αναποφάσιστο αν προλαβαίνω να ξεκλέψω δύο-τρεις ώρες ύπνου ή αν είναι καλύτερα να μην το ρισκάρω και να κινήσω για το πανεπιστήμιο πρωινός πρωινός. Τελικά το αποφάσισα πως αντίο ύπνε και πήγα να φτιάξω τον πρωινό καφέ, εξαιρετικά αραιό για τα γούστα μου αλλά πάλι καλά που είχε μείνει και λίγος καφές ειδάλλως θα την έβγαζα με τσάι. Η μέρα που ξημερώνει δείχνει να είναι καλή, θα τολμούσα να πω καλοκαιρινή, και κοιτώντας τα δέντρα από το παράθυρο της κουζίνας παρατήρησα κάτι που πάντα μου φτιάχνει τη διάθεση. Έχετε προσέξει ποτέ το παιχνίδισμα των πρώτων -αδύναμων- ακτίνων του ήλιου πάνω στα φύλλα; Αυτό που αρκεί να δώσει μια αίσθηση ζεστασίας χωρίς να πλησιάζει τις απειλητικές διαστάσεις του μεσημεριανού ήλιου; Κάτι τέτοια πρωινά ήτανε που χρυσώνανε και το χάπι του εγερτηρίου στις 6 μερικά καλοκαίρια πίσω, μόνο που εκεί τα δέντρα ήτανε λεύκες αντί για καναδικά πλατάνια. Μαζί με την καλημέρα μου, απολαύστε κι ένα κομμάτι που θεωρώ αρκετά ταιριαστό με ένα τόσο ευχάριστα μελαγχολικό ξεκίνημα της ημέρας. Ε, εντάξει το κομμάτι τιτλοφορείται "μετά τη βροχή" κι εδώ έχει να βρέξει μέρες αλλά εμένα μου φάνηκε ταιριαστό, γι' αυτό και θα το υποστείτε.


-------------------------------------------

UPDATE-ΑΠΟΡΙΑ: Ρε παιδιά, όσοι μπαίνετε με Mozilla, το βίντεο είναι τόσο τερατώδες που κρύβει την στήλη με τα ιστολόγια; Στον explorer κρύβει το βίντεο κάτω από την στήλη και νόμιζα πως είναι έτσι και για τους υπόλοιπους φυλλομετρητές ιστού (τι κάνει ο άνθρωπος για να μην πει browser).

Ξανα: Προκειμένου να μην παιδεύεστε ούτε σεις ούτε εγώ, έβαλα μικρότερο βιντεάκι.

Παρασκευή 21 Μαΐου 2010

'N'attendez pas le Jugement dernier. Il a lieu tous les jours'

Με το πέρασμα του χρόνου ολοένα και βρίσκω δυσκολότερο να δίνω σαφείς απαντήσεις σε απλές ερωτήσεις που μικρότερος θα μπορούσα να απαντήσω μονολεκτικά ή με μια φράση. Μια, ωστόσο, από τις ερωτήσεις που -ακόμα- μπορώ να απαντήσω χωρίς δισταγμό είναι το "ποιό βιβλίο σε έχει σημαδέψει". Εδώ μπορώ να δώσω την ίδια απάντηση που έδινα πριν 5 χρόνια χωρίς να το πολυσκεφτώ: η "Πτώση" του Αλμπέρ Καμί. ΄Ισως η τρομακτική επίδραση που είχε το βιβλίο επάνω μου να είχε να κάνει με τις αναζητήσεις μου την εποχή που το διάβασα. Πράγματι έτυχε να πέσει στα χέρια μου σε μια περίοδο που αποδομούσα συστηματικά κάθε μου συμπεριφορά και κάθε κίνητρο, και φαινότανε να βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με το τι συνέβαινε μέσα στο μυαλό μου.
Η "Πτώση" είναι γραμμένη σε μια μορφή μάλλον ιδιόμορφη και συνάμα συναρπαστική. Ο ήρωας, Jean-Baptiste Clemence, συμμετέχει σε έναν διάλογο με κάποιο άγνωστο σε μας πρόσωπο, του οποίου τις αντιδράσεις μπορούμε μόνο να συνάγουμε από τα συμφραζόμενα. Πρόκειται λοιπόν για έναν μονόλογο, που δεν είναι μονόλογος, μα δίαλογος από τον οποίον τυγχάνει να έχουμε μόνο το μισό. Δεν είμαι βιβλιοκριτικός, μα νομίζω πως αυτό το σχήμα επιτρέπει στον αναγνώστη να νιώσει πως είναι ο ίδιος που συνομιλεί με τον ήρωά μας κι έτσι, όπως η ιστορία φτάνει στην κατάληξή της, να κλείσει το βιβλίο χωρίς να ξέρει που να κρυφτεί. Δεν μ' αρέσουν τα σπόιλερς οπότε δεν μπορώ να γίνω πιο συγκεκριμένος, είμαι σίγουρος πως θα με καταλάβετε αν το διαβάσετε. Θα σας δώσω όμως ένα αποσπασματάκι από το βιβλίο -όχι ένα από τα δυνατά μα ένα ενδεικτικό του ύφους- και το βιντεάκι που βρήκα χαζεύοντας τις προάλλες και αποτέλεσε την αφορμή της ανάρτησης.

Θα επιστρέψετε στο Παρίσι; Είναι μακριά το Παρίσι, είναι όμορφο το Παρίσι, δεν το' χω ξεχάσει. Το βράδυ πέφτει ξερό και τριζάτο πάνω στις στέγες, τις μπλε απ' τον καπνό, η πόλη μουγκρίζει υπόκωφα, ο ποταμός σαν να γυρίζει πίσω. Περιπλανιόμουν τότε στους δρόμους. Και τώρα περιπλανιούνται, το ξέρω! Περιπλανιούνται, κάνοντας πως βιάζονται να πάνε στην κουρασμένη γυναίκα, στο αυστηρό σπίτι... Αχ, φίλε μου, ξέρετε τι θα πει ένα μοναχικό πλάσμα που περιπλανιέται στις μεγάλες πόλεις;


--------------------------------------------------------------------------------------

Το βιβλίο κυκλοφορεί σε τρεις τουλάχιστον μεταφράσεις, μια του "Εξάντα" σε έναν τόμο μαζί με τον "Ξένο" και την "Πανούκλα", μια του "Καστανιώτη" και μια από τα "γράμματα" (τον εκδοτικό της Πρωτοπορίας). Προσωπικά προτιμώ του Καστανιώτη που είναι και πρόσφατη. Αυτή των "γραμμάτων" (απ' όπου και το απόσπασμα) έχει κάποια λαθάκια και βγάζει μια αίσθηση προχειρότητας αλλά -εαν δεν θέλετε να πάτε μέχρι το βιβλιοπωλείο- μπορείτε να την βρείτε σε pdf εδώ. Τέλος, ο τίτλος της ανάρτησης είναι παρμένος από το κείμενο και μεταφράζεται "Μην περιμένετε την Εσχάτη Κρίση. Συμβαίνει κάθε μέρα"

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Τρια τρένα της ζωής μου

2002: Το πρώτο ταξίδι με τρένο που θυμάμαι ήτανε με την βραδυνή αμαξοστοιχία για Θεσσαλονίκη. Ίσως η πρώτη και η τελευταία φορά που πέτυχα εκείνα τα παλιά βαγόνια με τις κουκέτες κι αυτήν την απομίμηση ξύλου στα τοιχώματα. Παραδόξως σε κανένα τρένο απ' όσα έχω ανέβει δεν θυμάμαι κάποιον συνεπιβάτη και το συγκερκιμένο δεν αποτελούσε εξαίρεση. Απεναντίας θυμάμαι τα άτομα με τα οποία έχω μοιραστεί τσιγάρο και ανταλλάξει δύο κουβέντες στο κυλικείο -όταν ακόμη επιτρεπότανε. Εν προκειμένω ήτανε ο ελεγκτής που κάπνιζε στον διάδρομο, δίπλα στο μισάνοιχτο παράθυρο. Στο Λιτόχωρο είχε χαράξει όταν φτάσαμε και όταν ετοιμάστηκα να κατέβω το τρένο ήδη ξεκινούσε. "Προλαβαίνεις να πηδήξεις;" με ρώτησε ο ελεγκτής -πρόλαβα. Ήτανε έξι το πρωί και το κρύο με τρύπησε, μόλις τότε κατάλαβα τι θα με περίμενε στο βουνό και πως το φουτεράκι που είχα κουβαλήσει δεν αρκούσε.
2005: Εκδρομή με τη σχολή Κωνσταντινούπολη και το ραντεβού ήτανε για τις 8 το πρωί Αλεξανδρούπολη Οι υπόλοιποι θα φτάνανε αεροπορικώς μα εγώ και δυο φίλοι ήμαστε αποφασισμένοι να ποντάρουμε σε ράγες. Φτηνότερα δεν μας ήρθε βέβαια γιατί οι μόνες θέσεις καπνιστών που βρήκαμε ελεύθερες ήτανε στην πρώτη και αν θυμάμαι καλά αρκετά πίσω στην πρώτη, διαφορετικά δεν εξηγείται το πως όταν φτάσανε οι εφημερίδες είχε μείνει μόνο 'Αδέσμευτος'. Ευχάριστη ολονυχτία και από τα λίγα δρομολόγια που έχω κάνει με παρέα στην Ελλάδα. Το απαραίτητο μπέρδεμα με τον σταθμό με ακολούθησε κι εκεί κι έτσι αντί να κατεβούμε Αλεξανδρούπολη βρεθήκαμε στις Φέρρες που πρώτη φορά τις άκουγα. Το σκηνικό ήτανε εφιαλτικό. Ένας σταθμός στη μέση του πουθενά και χωρίς ίχνος ανθρώπινης παρουσίας γύρω πέρα από έναν μεθυσμένο που κατέβηκε μαζί μας και ήτανε σε μεγαλύτερη σύγχυση από μας. Εν τέλει καταφέραμε να βρούμε ταξί και γλιτώσαμε τα μπινελίκια για την καθυστέρηση λόγω βλακείας. Ακριβώς έναν χρόνο μετά, θα ξαναβρισκόμουνα σ' αυτό το μέρος που μέχρι τότε δεν γνώριζα καν ότι υπήρχε, μόνο που δεν υπήρχε λόγος να πάω με τρένο: η μητέρα πατρίδα πρόσφερε δωρεάν μεταφορά με Steyr.
2006: Το συγκεκριμένο περιστατικό το καταχωρούμε ως ακούσιο trainspotting. Περασμένα μεσάνυχτα στον κεντρικό της Αλεξανδρούπολης. Δυο φαντάροι φυλάνε τον ασβεστωμένο πλάτανο... ΟΚ αστειεύομαι, στην ουσία το βαγόνι απέναντι, που είναι φορτωμένο με ένα RM 70 που θα έφευγε το επόμενο πρωί. Η αμαξοστοιχία σταματάει και το τρένο αδειάζει. Ένα ζευγάρι αλλοδαπών φορτωμένων με τα σακίδιά τους πλησιάζει και με ρωτάνε "Where is the port?". Χωρίς να έχω ιδέα από τους δρόμους της πόλης τους δείχνω αόριστα στο βάθος την αναλαμπή του φάρου. Δυο σκέψεις με ταλαιπώρησαν στο υπόλοιπο της υπηρεσίας μου. Αφενός μεν το ότι θα γυρίσουνε στην μακρινή τους χώρα και θα λένε πως η Θράκη δεν έχει αφομοιωθεί εντελώς και συνεπώς είναι ακόμα υπό κατοχή και αφετέρου γιατί δεν τους είπα να ξαναπάρουνε το τρένο και να κατεβούνε στον επόμενο σταθμό που ήτανε στο λιμάνι.

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010

Ο γάλανθος που δεν βρήκα

Σκέφτηκα κάμποσο ποια θα είναι η ανάρτηση με την οποία θα σας ευχηθώ καλή χρονιά και διάλεξα μια εποχιακή και νοσταλγική. Οι γάλανθοι είναι αυτά τα άσπρα λουλουδάκια που φέρνουνε σε καμπανούλες και που φυτρώνουνε μέσα στο καταχείμωνο κάτω από τα δέντρα, ανάμεσα στα νεκρά φύλλα. Γύρω στα Χριστούγεννα λοιπόν, στην καθιερωμένη πλέον εκδρομή στο χωριό -που όλο και συχνότερα πλέον γίνεται με hangover και συνεπώς αυξημένη δυσφορία για το πρωινό ξύπνημα- ξεχνάω να φορέσω τις γαλότσες μου και ξεκινάω για το δάσος που είναι κοντά στην παλιά βρύση, στην γειτονιά-φάντασμα των τεσσάρων εγκαταλελειμμένων σπιτιών που ακόμα θυμάμαι πως ήτανε όταν κατοικούνταν. Εκεί βρίσκω σίγουρα γάλανθους κάθε χρόνο και με την ίδια προσδοκία ξεκίνησα κι αυτήν τη φορά.
Πρώτη ήττα ένα κυκλάμινο που βρήκα στο μονοπάτι. Στην εύλογη απορία μου τι κάνει εκεί πέρα δυο μήνες μετά την εποχή του δεν έκανε καν τον κόπο να απαντήσει. Δεύτερη ήττα ότι το μονοπάτι είχε πια κλείσει. Ακολουθεί το κλασικό μιζέρεμα του τύπου "καλά σ' αυτό εδώ το μονοπάτι κάποτε περπατούσαμε δύο άτομα πλάι πλάι" μέχρι να το πάρω απόφαση πως άμα δεν θέλω να διαλύσω τα ρούχα μου καλό θα είναι να κάνω μεταβολή και να πάρω το άλλο μονοπάτι. Αλλαγή πορείας λοιπόν, ακολουθώ το άλλο μονοπάτι, περνάω δίπλα από την βρύση -της οποίας το στοιχείο πρέπει να έχει λιμοκτονήσει από όταν δεν έμεινε κανείς στην γειτονία να του αφήσει φαγητό τα Χριστούγεννα και να πάρει το αμίλητο νερό- και γραμμή για το δάσος. Τρίτη ήττα: 'Το δάσος που λαχτάριζες ώσπου να το περάσεις, τώρα να το ξεχάσεις διαβάτη αποσπερνέ'. Το παλιό κανάλι που πήγαινε στον νερόμυλο κάποτε, δεν περνά πλέον ανάμεσα σε βελανιδιές και πουρνάρια (στην έκδοση δέντρου, όχι θάμνου) αλλά από γαϊδουράγκαθα και θαμνάκια. Ε αυτό ήτανε too much, τόσες παιδικές τρομάρες είχα περάσει μέσα στους ίσκιους αυτού του δάσους και πάντα του έκανα μια επίσκεψη όταν μπορούσα, κυρίως το χειμώνα που ήτανε πιο ευκολοδιάβατο και που έβρισκα και γάλανθους. Περιττό να αναφέρω πως ακόμα κι αν υπήρχανε γάλανθοι δεν έκατσα να τους ψάξω. Έκανα επιτόπια και τράπηκα σε φυγή μήπως και δεν προλάβει η νέα εικόνα να αντικαταστήσει την παλιά στο μυαλό μου. Θα ξαναπεράσω άμα είναι σε 50 χρονάκια που θα έχει ξαναγίνει το δάσος. Κι έτσι λοιπόν φέτος γάλανθους δεν βρήκα, σας χαρίζω λοιπόν την εικόνα ενός που φωτογράφισα πίσω στο 2002, εκεί που τώρα βρήκα τα ξερά γαϊδουράγκαθα. Καλή χρονιά!


Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2009

Σπίρτο μοναχό!

Μακράν η αγαπημένη μου εφεύρεση μιας χρήσεως. Αν ήταν βίντεο στο youtube θα έπαιρνε 5 αστεράκια, αν ήτανε status στο facebook θα έπαιρνε like και αν ήτανε πολιτικός θα του έδινα νόμπελ ειρήνης. Διότι το σπίρτο δεν είναι απρόσωπο σαν τον αναπτήρα. Όχι κύριοι! Το σπίρτο έχει χαρακτήρα. Πάντα νιώθω μια περίεργη ζεστασιά ανάβοντας σπίρτο στο σκοτάδι και επιπρόσθετα αφήνει μια ίδιαίτερη γεύση στο τσιγάρο, πολύ πιο χαρακτηριστική από τη γεύση φρούτων του δάσους και δρύινων βαρελιών με μια ιδέα απο ημιώριμο αχλάδι του κρασιού, που στο κάτω κάτω θα αδειάσεις το μπουκάλι και δεν θα την καταλάβεις. Για να μην αναφερθώ στην ρετρό αίσθηση του "ανάβω το τσιγάρο μου καλύπτοντάς το με τα χέρια αν και είμαι σε εσωτερικό χώρο και δεν φυσάει (ναι Νικόλα ακόμα το κάνω αυτό), σβήνω με τρόπο το σπίρτο (φυσώντας ελαφρά μέσα, τινάζοντας ελαφρά έξω), η πρώτη τουλίπα καπνού ανεβαίνει νωχελικά προς το ταβάνι ή το στερέωμα και φυσικά όλο το σκηνικό είναι ασπρόμαυρο". Τι; πώς μου ήρθε; ε, σήμερα πήγα στην σχολή έχοντας ξεχάσει τον αναπτήρα και θυμήθηκα μετά απο καιρό τη γεύση του σπίρτου...

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009

Mayın tarlası και τα χείλη της Μαρίας

Το ομολογώ, λατρεύω τις άχρηστες πληροφορίες! Τις συσσωρεύω με επιμέλεια και τις ταχτοποιώ ώστε να καταλάβουνε όσο το δυνατόν περισσότερα εγγεφαλικά κύταρα. Έτσι δεν μένει και πολύς χώρος για σοβαρότερα πράγματα που προκαλούνε αναίτιο πανικό. Από αυτήν την άποψη, η στρατιωτική θητεία ήτανε ο πιο παραγωγικός χρόνος που σπατάλησα ποτέ! Μάζεψα αρκετές άχρηστες πληροφορίες ώστε να μπορώ να πάρω ρεπό για αρκετό καιρό μετά. Φυσικά ο ακούραστος εργάτης του περιττού και ανούσιου δεν σταματάει ποτέ, αλλά αν ήθελα ρεπό θα μπορούσα να το πάρω και θα το άξιζα!
Πριν από ακριβώς τρία χρόνια λοιπόν, κατόπιν απαίτησής μου ο πονόψυχος λοχαγός μου με είχε στείλει στο μαγευτικό φυλάκιό μας. Στο εξάωρο που θα περνούσες στο παρατηρητήριο, είχες τη δυνατότητα να αποδοθείς σε αρκετές δραστηριότητες αναψυχής. Πριν σου πω ποιά επέλεξα, θα εξηγήσω το πρώτο μέρος του τίτλου. Υπήρχε μια σελίδα καδραρισμένη με τίτλο "Χρήσιμοι ελληνοτουρκικοί διάλογοι". Μόνο διάλογοι δεν ήτανε βέβαια οι φρασούλες. Ανάμεσα στο "βρίσκεσαι σε ελληνικό έδαφος", "είσαι στρατιώτης ή πολίτης;" και το πολύ διαλογικό "ψηλά τα χέρια!" είχα ξεχωρίσει το "Dikkat! Maiyn tarlasi!" (=πρόσεχε! ναρκοπέδιο!). Το είχα προσέξει, γιατί σε εκείνον τον τομέα δεν είχαμε ναρκοπέδιο, μόνο πεπόνια είχαμε. Πολλά πεπόνια μάλιστα και μιας και δεν είμαι λάτρης τους πρέπει να παραδεχτώ ότι εκείνα ήτανε εξαιρετικά (όχι δεν τα κλέβαμε, οι αγρότες ήτανε αρκετά καλοί να μας προσφέρουνε τόσα που δεν μπορούσαμε να τα φάμε όλα). Εν πάσει περιπτώσει, ανυπαρξία ναρκοπεδίου η φράση θα είχε την μόνη σκοπιμότητα να προκαλέσει πανικό στους επίδοξους εισβολείς συνδυασμένη με την κρυφή ελπίδα ότι θα ήτανε αρκετά σκοτεινά ώστε ως δια μαγείας τα πεπόνια να περνιούνται για νάρκες.
Το να διαβάζεις και να ξαναδιαβάζεις όμως τους διαλόγους σου κέρδιζε μετά βίας 5 λεπτά οπότε περνάμε στην δεύτερη δραστηριότητα αναψυχής που κατάφερε να με απασχολήσει για περισσότερο. Κάπου στα ΛΥΒ μας είχανε μάθει έναν τύπο να υπολογίζουμε την απόσταση με τη διαβάθμιση των κυαλιών, εάν γνωρίζαμε το μέγεθος του παρατηρούμενου αντικείμενου. Η κωδική του ονομασία ήταν "Αχ τα χείλια σου Μαρία" και κάθε αρχικό περίπου της φράσης αντιστοιχούσε σε ένα μέρος της εξίσωσης. Είχα βαλθεί λοιπόν με βάση το μέγεθος μιας διπλής νταλίκας να υπολογίσω την απόσταση από τον δρόμο που οδηγούσε από Αδριανούπολη σε Κήπους. Όταν τελείωσα, την είχα βγάλει 2km και παρόλο που δεν είπα στον συνάδελφο -που άκουγε ευλαβικά την Παπαρίζου που έπαιζε το τραντζιστοράκι του- με τι μαλακίες περνούσα την ώρα μου, ένιωσα ότι η μητέρα πατρίδα θα έπρεπε να είναι πολύ περήφανη με τους υπαξιωματικούς που βγάζει που παίζουνε στα δάχτυλα τους τύπους!
Φυσικά όπως αποδείχτηκε πολύ καιρό μετά, αυτό που έπαιζα στα δάχτυλα δεν ήτανε οι τύποι και τα χείλη της Μαρίας μετά από προσεκτική παρατήρηση θα μου προδίδανε το ειρωνικό μειδίαμα που είχανε σχηματίσει! Κοντολογίς, βάση χάρτη η απόσταση ήτανε τουλάχιστον 4km και πιο πιθανά κάπου στα 6. Επιμύθιο: μια διπλή νταλίκα μάλλον δεν έχει τις διαστάσεις που της είχα αποδώσει κι έπρεπε να τσεκάρω με ΙΧ! Α! και για να μην ξεχνιόμαστε, έναν διάλογο θα μπορούσα να θεωρήσω ως πραγματικά χρήσιμο κι αυτόν δεν τον είχε η λίστα: "Γεια! καπνίζεις;"

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

Those were the days my friend

Πάνε σίγουρα βδομάδες, ίσως και κανα-δυο μήνες, αν στύψω το μυαλό μου ίσως και να θυμηθώ μα δεν έχει σημασία η ακρίβεια. Ήτανε αργάμισι για τα εδώ δεδομένα και γυρνούσα σπίτι περνώντας από Grassmarket, δροσούλα, χέρια στις τσέπες και ανάλαφρη διάθεση λόγω Jameson. Κοντοστάθηκα μπροστά σε μια από τις τελευταίες pub. Είχε ζωντανή μουσική, αυτή τη μουσική που δεν ακούγεται ιδιαίτερα δυνατά στον δρόμο μέσα απ' τους βαριούς τοίχους και περιμένεις να ανοίξει η πόρτα και να βγει κάποιος να καπνίσει για να σιγουρευτείς τι παίζουνε. Γνώρισα το τραγουδάκι και ήθελα να το ακούσω όλο αλλά ντράπηκα να στέκομαι στην μέση του δρόμου έτσι μόνος μου οπότε συνέχισα με αργό βήμα την πορεία μου. Το είχα ξεχάσει την άλλη μέρα κι όπως συμβαίνει πολύ συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, η ανάμνηση με ξαναβρήκε καιρό μετά, όταν το μυαλό ταξιδεύει -όπως τώρα- χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Άρεσε στον κολλητό φίλο των φοιτητικών χρόνων αυτό το τραγουδάκι. Κάπου ανάμεσα σε συζητήσεις για πολιτική, ύπαρξη θεού, μαθήματα, αποτυχημένους έρωτες και ό,τι άλλο μπορεί να συζητούσαμε πίνοντας τα κρασάκια μας (σίγουρα όχι μπάλα πάντως γιατί ήμουν και είμαι ανεπίδεκτος μαθήσεως) γινότανε και η κουβέντα για το μέλλον με μια αίσθηση μελαγχολικού πρωθύστερου. Που να το φανταζόμουνα ότι όταν λέγαμε πως "για φαντάσου να ακούμε το τραγούδι αυτό χρόνια μετά" το καταδικάζαμε να γίνει αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Κι έτσι, αν και ακόμα κρατάω ζηλότυπα την φοιτητική μου ιδιότητα σ' άλλο ίδρυμα, σ' άλλη χώρα και για άλλον τίτλο πια, που και που γυρίζω καμιά πεντάρα χρονάκια πίσω και νοσταλγώ. Το τραγουδάκι ακολουθεί και απολογούμαι για τον προσωπικό τόνο. Είμαι σίγουρος όμως ότι στον καθένα μπορεί να ξυπνήσει διαφορετικές μνήμες για "εκείνες τις μέρες" τις ασυννέφιαστες που όλοι μας φυλάμε, εξιδανικευμένες πια, κάπου στο μυαλό μας.

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2009

Καλό Φθινόπωρο!

Αν υπάρχει ένας λόγος που αυτήν την εποχή την θεωρώ ξεχωριστή, είναι τα χρώματα των φυλλοβόλων και οι βροχές της. Ίσως επίσης επειδή ξαναφυτρώνει το χορτάρι, αλλά αυτός είναι δευτερεύων λόγος. Αν το καλοσκεφτώ βέβαια, αυτή η σύνδεση με το φθινόπωρο υπήρξε περισσότερο στο χώρο του φαντασιακού παρά του πραγματικού κι έχει να κάνει με τις στερεοτυπικές εικόνες των βιβλίων που μου αγόραζε η μάνα μου όταν ήμουν πιτσιρίκι. Γιατί εκεί που μεγάλωσα, δεν το πολυβλέπαμε το φθινόπωρο. Κάπου στο Νοέμβρη μας τάραζαν οι βοριάδες από τον Κορινθιακό και το παίρναμε χαμπάρι ότι ή εποχή της ξηρασίας τελείωσε και άρχιζε αυτή των μουσώνων. Στην πόλη που σπούδασα, πάλι δεν το καταλάβαινα ιδιαίτερα, γιατί προκειμένου να δεις τα χρώματα των φυλλοβόλων, προϋποτίθεται ότι τα τελευταία υπάρχουνε. Kαι στην Αθήνα... δεν! Τέλος στην μικρή μας πόλη (ναι από τον Χατζή τον βούτηξα τον χαρακτηρισμό, ο οποίος τον είχε εμπνευστεί από το θεατρικό του Wilder, εκείνο με την Έμιλι που... ωχ πρέπει να κλείσω την παρένθεση!) και τα περίχωρά της, τα δέντρα ναι μεν αλλάζουνε το χρωματάκι τους αλλά θυμούνται να το κάνουν κάπως αργά, μέσα Νοέμβρη μεριά. Κι αφού είδα κι απόειδα ο περαστικός, έφτασα μέχρι εδώ που είμαι τώρα και επιτέλους ανταμείφθηκα με το φθινόπωρο των ονείρων μου. Αυτό που δεν θα ομολογήσω είναι ότι το τίμημα για το φθινόπωρο των ονείρων μου ήτανε ένα εφιαλτικά ανεμοδαρμένο, συννεφιασμένο και δροσερό καλοκαίρι που μας χάρισε μεγαλόψυχα και δυο τρεις μέρες λιακάδας έτσι να έχουμε να (κ)λέμε.