Έχω αρκετούς λόγους να θυμάμαι τη θεία Α. Αφενός μεν πέρασε μερικά χρόνια μαζί μας νταντεύοντας εμένα και τον μικρότερο αδερφό μου, κυρίως βέβαια τον δεύτερο (όχι γιατί ήμουν ωριμότερος, μα γιατί έτυχε να πάω στο νηπιαγωγείο νωρίτερα). Αφετέρου είναι που απ' αυτήν άκουσα τα πρώτα παραμύθια μου μιας και οι γιαγιάδες βρισκότανε στο χωριό. Της χρωστάω λοιπόν τις ιστορίες με τον γκιώνη και τον πρωτομάστορα, ίσως κι άλλες που πια έχουνε ξεθωριάσει. Τέλος της χρωστάω και την αγάπη μου για τον καφέ, μιας και στα κρυφά με είχε αφήσει να δοκιμάσω λίγο ελληνικό με μπόλικο γάλα γύρω στα τέσσερα-πέντε μου. Μετά γύρισε στο χωριό και πέρασε εκεί την υπόλοιπη ζωή της μόνη. Στην παιδικά αδιάκριτη ερώτησή μου για το που είναι ο άντρας της μου είχε απαντήσει πως είχε χωρίσει.
Έμενε σε ένα από τα σπίτια του παλιού μαχαλά (τέσσερα ήτανε μαζί με το δικό μας) που προ υδρεύσεως ήτανε βολικά κοντά στην βρύση, μα κατόπιν υδρεύσεως εγκαταλείφθηκαν σταδιακά για άλλα, με πρόσβαση στον δρόμο. Το σπίτι της, μια μονοκατοικία (με πλάκα κι όχι σκεπή) ήτανε ακριβώς μπροστά στο μονοπάτι των εξερευνήσεων των χριστουγεννοπασχαλιατικοκαλοκαιρινών διακοπών και το αυλάκι που διέσχιζε την αυλή της ιδανικό μέρος για να δοκιμάσεις εκ του ασφαλούς την πλοϊμότητα καρυδότσουφλων μόλις κάποιος αποφάσιζε να ποτίσει και "άφηνε το νερό". Συνήθως ήτανε είτε στην αυλή της είτε στην κουζίνα, στην οποίαν είχε και το κρεβάτι της, απ' όπου μας καλούσε να πάμε για ένα γλυκό κυδώνι (πρόσκληση την οποίαν δε δεχόμαστε πάντα). Το σπίτι όμως είχε κι άλλα δύο δωμάτια, των οποίων τα παντζούρια ήτανε μονίμως κλειστά και τα οποία είχανε αυτή τη δροσιά του σπηλαίου. Τα παλιακά τους έπιπλα και οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες στον τοίχο δεν μου κάνανε τόση εντύπωση όση η μυστηριακή τους σκοτεινιά. Κι εκεί επάνω στην τραπεζαρία, μια κορνίζα με τον αδερφό μου στα μικράτα του και τη θεία να την ανασηκώνει τρυφερά και να μας διηγείται κάτι σχετικό.
Τα χρόνια περάσανε, οι γέροι φεύγανε ένας ένας, η παλιά γειτονιά είχε πια αδειάσει και μεις είχαμε πια μεγαλώσει οπότε δεν περνούσαμε όλη τη μέρα αλωνίζοντας τα μονοπάτια. Σαν τύχαινε να περνώ από εκεί, στο κάλεσμα από το παράθυρο της κουζίνας απαντούσα ένα αόριστο "γειά σου θείτσα" κι επιτάχυνα. Οι επισκέψεις είχανε πάρει τον χαρακτήρα της υποχρέωσης, όπως συχνά γίνεται σε κείνη την ηλικία που λέμε εφηβεία και στην οποίαν εμφανίζονται τα πρώτα δείγματα της κυνικής αυτοπεποίθησης που μας χαρακτηρίζει ακόμα, στη μέση πια της φθίνουσας νιότης. Αυτά όμως στις διακοπές. Διότι όλον τον υπόλοιπο καιρό, που ήτανε κι ο περισσότερος, από την αυλή της μπορούσε μόνο να δει μερικά ερειπωμένα σπίτια και την περίφημη μουντίλα της περιοχής μας.
Την τελευταία φορά που την είδα, ήταν στο σπίτι της κόρης της στην πόλη. Κάτι μου είπε κλαίγοντας, που πια δεν το θυμάμαι ίσως επειδή μου φάνηκε χαρακτηριστικά γεροντικό. Κάθησα μερική ώρα μαζί της, άρθρωσα μια-δυο συγκαταβατικές κουβέντες και βγήκα στην αυλή να καπνίσω. Η συγκατάβαση αυτή, αν και ακόμα με ενοχλεί, νομίζω είναι οικεία σε πολλούς: είναι η συγκατάβαση με την οποία το μεσημέρι κοιτάζει το λυκόφως έχοντας ξορκίσει ή πιστεύοντας πως έχει ξορκίσει το memento mori.
Ακόμη περνώ που και που από εκείνο το παλιό μονοπάτι όταν βρίσκομαι στο χωριό. Είναι από μια άποψη η μονομαχία μου με τον χρόνο. Εκτός από την εντροπία ο χρόνος έχει σύμμαχο και τη φύση στις περιπτώσεις των ορεινών χωριών. Κι έτσι κάθε φορά περνάω από τα ίδια μέρη προσπαθώντας να θυμηθώ πως ήτανε πριν τα καλύψει η βλάστηση, από τα ίδια σπίτια προσπαθώντας να θυμηθώ πως ήτανε πριν πέσουνε, από τα ίδια μονοπάτια μέχρι να τα βρω κλειστά.
Το σπίτι της θείας Α. δεν έχει φυσικά ακόμα πέσει, ήτανε πολύ καινούργιο γι' αυτό. Στις γλάστρες όμως έχουνε φυτρώσει αγριόχορτα και τα παντζούρια πια είναι όλα σφαλιστά, ακόμα και της κουζίνας. Ένας κισσός έχει εισχωρήσει μέσα στο παράθυρο της τραπεζαρίας, και από το σπασμένο τζάμι της πόρτας φαίνονται μερικά αναρριχητικά που έχουν φυτρώσει στο εσωτερικό. Τα χελιδόνια δεν έχουν ξανάρθει, μου είχαν πει πως ήρθανε στο δικό μας σπίτι που βλέπει ακόμα ανθρώπους μα δεν μπορώ να ξέρω αν είναι τα ίδια.
Τελευταία φορά βρέθηκα εκεί πέρυσι τα Χριστούγεννα, πηγαίνοντας να βρω τους γάλανθους που επισκεπτόμουνα κάθε χρόνο. Βρήκα το μονοπάτι κλειστό λίγα μέτρα πιο κάτω και -πριν γυρίσω πίσω- μπήκα για λίγο στην αυλή της θείας. Έκατσα να κοιτάζω τη βροχή και είπα μερικά λόγια στη θεία, απ' αυτά που λες καμιά φορά στους νεκρούς γνωρίζοντας μεν πως δεν θα σ' ακούσουν αλλά που νιώθεις την ανάγκη να τα πεις, ακόμα κι αν είναι μόνο για να δείξεις στον εαυτό σου πως θυμάσαι. Θυμάσαι τη φωτογραφία που μάλλον είναι ακόμα στην τραπεζαρία και μια όμοιά της είδες σε ένα οικογενειακό άλμπουμ πρόσφατα. Θυμάσαι το Γκιώνη που φάγανε οι λύκοι κι ο αδερφός του έγινε νυχτοπούλι. Θυμάσαι ακόμα και τις καραμέλες σε σχήμα κομματιού πορτοκαλιού. Αυτό που όμως δεν μπορείς να θυμηθείς όση ώρα γράφεις αυτήν την ανάρτηση είναι η κηδεία της. Είχες πάει άραγε ή μήπως είχες απλώς ακούσει από την άλλη άκρη του τηλεφώνου ένα "πέθανε η θεία Α";
 |
| Δυστυχώς στο φωτογραφικό μου αρχείο δεν βρήκα πολλές σχετικές φωτογραφίες. Η συγκεκριμένη τραβήχτηκε την εποχή που αναφέρεται στην τελευταία παράγραφο λίγα βήματα πάνω από το σπίτι της θείας Α. |
----------------------------------------------------------------------------------------------------------
Την συγκεκριμένη ιστορία μου θύμισε
αυτή η ανάρτηση του Γ. Κατσαμάκη στον οποίον έφτασα μέσω
niemandsrose.