Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010

Σπουδή στη φυγή

Στάθηκε για λίγο ακόμα κοιτάζοντας τον ψηλό μαντρότοιχο. Ήταν τόσο κοντά που σχεδόν ακουμπούσε με την μύτη την πέτρα. Γύρισε απότομα και κοίταξε γύρω του, δεν υπήρχε ψυχή, τουλάχιστον όχι μέχρι εκεί που άρχιζε το δάσος. Πέταξε το τσιγάρο στο ξερό χορτάρι και το πάτησε νευρικά. Το τελευταίο που χρειαζότανε αυτή τη στιγμή ήταν να βάλει καμιά φωτιά. Ξεκίνησε διστακτικά για το δάσος, δεν απείχε και πάνω από μερικές δρασκελιές. Συνήθως θα περπατούσε αργά και αμέριμνα σ' αυτό το δάσος που του είχε προσφέρει τόσες λαχτάρες στα μικράτα του, μα όχι σήμερα. Σήμερα δεν είχε καιρό για ονειροπολήσεις, ούτε να χαζέψει το χαλί από τα περσινά ξερά φύλλα, ούτε τους κισσούς. Περπατούσε γρήγορα και νευρικά κοιτώντας προσεκτικά δεξιά κι αριστερά, προσπαθώντας να διακρίνει το παραμικρό μέσα στους ίσκιους. Πρέπει να ήτανε αρκετά προσηλωμένος γιατί δεν διαπίστωσε πως τα πουλιά ήτανε ασυνήθιστα σιωπηλά. Το ξέφωτο με το ψηλό χορτάρι το μισούσε, ειδικά το καλοκαίρι. Έκρυβε κάθε λογής δυσάρεστες εκπλήξεις: από φίδια που τρέχανε βιαστικά να κρυφτούν κάτω από τον σωρό με τις πέτρες καταμεσής του ξέφωτου εώς -συνηθέστερα- τις κολιτσίδες που κολλούσανε στα κορδόνια των παπουτσιών και τις κάλτσες του. Το διέσχισε με γοργό βήμα για να ξαναβρεθεί στους ίσκιους του δάσους. Στην ξύλινη γέφυρα έλειπε μια σανίδα, το θυμότανε και την δρασκέλισε προσεκτικά, άλλωστε πλησίαζε πλεον. Το σπίτι ήδη φαινότανε πίσω απ' τα τελευταία δέντρα ή ό,τι τέλος πάντων έχει απομείνει απ' αυτό. Έπρεπε να βιαστεί γιατί σουρούπωνε και δεν είχε καμία διάθεση να ξεμείνει εκεί τη νύχτα. Αφού έκανε μια γρήγορη βόλτα γύρω από το σπίτι πλησίασε διστακτικά την πόρτα. Ήξερε πως δεν ήτανε κλειδωμένα, δεν υπήρχε νόημα άλλωστε, ήτανε εγκαταλελειμμένο χρόνια. Η παλιά ντουλάπα ωστόσο ήτανε ακόμα μέσα στην κρεβατοκάμαρα, έκανε ένα γύρω το δωμάτιο με το βλέμμα του κι έπειτα την άνοιξε αποφασιστικά Αυτό που είδε τον πάγωσε στιγμιαία, έκανε δυο βήματα πίσω κι έπειτα γύρισε την πλάτη του και άρχισε να τρέχει. Σκόνταψε στην σανίδα που έλειπε από το γεφυράκι. Σηκώθηκε γρήγορα και κοίταξε πανικόβλητα πίσω: τον ακολουθούσε. Συνέχισε να τρέχει με όλη του τη δύναμη και διέσχισε το ξέφωτο και το δάσος μέσα σε λίγα λεπτά. Σταμάτησε απότομα μπροστά στον μαντρότοιχο και γύρισε λαχανιάζοντας να κοιτάξει πίσω του: πλησίαζε, έβγαινε με γοργό βήμα από το δάσος και το σχήμα του ίσα που διαγράφονταν στο λυκόφως. Μόλις ξαναβρήκε την ανάσα του, ξαναγύρισε προς τον μαντρότοιχο και φώναξε θριαμβευτικά: "Φτου φτου ένας Γιώργος!" (δισκλέημερ: ας με συγχωρέσει ο ανώνυμος δημιουργός του σχετικού ποντιακού ανεκδότου, μα δεν άντεξα στον πειρασμό να το κακοποιήσω)

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2010

'Πάρε με από το χέρι να μου δείξεις τον κόσμο'

"Πάρε με από το χέρι να μου δείξεις τον κόσμο. Ο μεγάλος χάρτης σχισμένος. Η γεωγραφία χαμένη ανάμεσα σε άχρηστα βιβλία. Ο εξάντας δίχως φακούς. Τους βγάλαμε για ν' ανάψουμε τσιγάρα. Σπασμένο το παλινώριο. Η ρίγλα ζαβωμένη. Το βελόνι της πυξίδας τρελάθηκε και τρεκλίζει. Την μπαρκέτα την έκοψε κυνηγός, μπορεί και σκυλόψαρο. Μετζαρόλι; μα ο άμμος δεν βολεί να περάσει. Ας μετρήσουμε τον ήλιο με τα δάχτυλα. Ποιόν απ' όλους;
-Λίγη γαλέτα...
-Πάρε... γιατί φτύνεις;
-Νερό.
-Σώθηκε.
-Είπες πως για μένα θ' ανοίξεις την φλέβα σου.
-Δες. Την άνοιξα. Δεν τρέχει στάλα.
-Στεριά. Νά τη. Τρεις φοινικιές.
-Όχι. Πέντε...Εφτά...Χίλιες. Μήτε μισό μίλι. Κοντά.
-Δος μου τα κουπιά.
-Είναι σάπια. Ολότελα.
-Τότε ας φτάσουμε κολυμπώντας.
-Κοίταξε το στόμα του σκύλου, πως περιμένει.
-Ρίξε την γαλέτα.
-Την ξερνά και την πετά πάλι απάνω μας. Δε βλέπεις; Στάσου να πέσω. Θα χορτάσει. Θα προλάβεις να βγεις τη στεριά. Φυσάει. Είναι κόντρα. Αλαργεύουμε. Βρέχει. Πιες. Κοιμήσου, θα σε φυλάω.
-Κοιμάμαι. Είναι καιρός που κοιμάμαι.
-Τι ωραία που είναι τα μαλλιά σου. Άσε με να τα καθαρίσω από το αλάτι.
-Όχι.
-Γιατί γλιστράς από τα χέρια μου; Που είσαι; Έχω καινούργια tatoo να σου δείξω. Μην ξυπνάς... Έτσι όπως είσαι, θα σε βάλω φιγούρα στην πλώρη... Κοριτσάκι. Πιάσε με από το χέρι να μου δείξεις τον κόσμο.
-Δεν έχω χέρι. Δεν υπάρχει κόσμος"
-----------------------------------
Ν. Καββαδίας 'Βάρδια' (1954), εκδόσεις Άγρα 2008. Γλωσσάρι για όσους (όπως κι εγώ άλλωστε) δεν γνωρίζουν τι είναι το μετζαρόλι εδώ.


Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010

Η ειρωνεία της Casablanca

Μια από της πιο δυνατές σκηνές της ταινίας είναι αυτή που οι Γάλλοι σε ένα συναισθηματικό ξέσπασμα τραγουδούν τη Μασσαλιώτιδα πιο δυνατά από το εμβατήριο των Γερμανών κατακτητών. Θα αποφύγω τον πειρασμό να σχολιάσω τις κάπως υπερβολικές ερμηνείες και θα πάω στο θέμα μου κατευθείαν. Το βιντεάκι νομίζω είναι μια από τις παραστατικότερες -έστω και ακούσια- περιγραφές της σημασιολογίας του εθνικισμού και της συναισθηματικής φόρτισης που προκαλεί, με δυο λόγια της μαγείας του φαινομένου. Δεν αμφιβάλλω πως αυτή η σκηνή αν συνέβαινε στην πραγματικότητα θα προκαλούσε στους Γάλλους την αντίδραση που είδαμε στην ταινία, με την δακρυσμένη κοπέλα να τραγουδάει "Mugir ces féroces soldats ? Ils viennent jusque dans nos bras.." και ειλικρινή το δίχως άλλως συγκίνηση. Η μάλλον ακούσια ειρωνεία του σκηνοθέτη βρίσκεται στο 1.55 όπου μπροστά από την ενθουσιώδη κιθαρίστρια βλέπουμε έναν πιθανότατα μαροκινό (κρίνοντας από το φέσι) να καπνίζει ασυγκίνητος. Δεδομένου του ότι το Μαρόκο είχε γίνει Γαλλικό προτεκτοράτο το 1912 νομίζω πως ο φίλος της σκηνής είναι απόλυτα δικαιολογημένος να κάθεται ασυγκίνητος. Ο ύμνος που προκαλεί ρίγη συγκίνησης για τους Γάλλους μιλώντας για ελευθερία και λίγο πολύ πανανθρώπινες αξίες, είναι για τον ίδιο ενδεχομένως όσο μισητό είναι το εμβατήριο των Γερμανών. Κι επειδή μ' αρέσουν τα οξύμωρα, πολύ άνετα μπορώ να φανταστώ Γερμανούς σε μια μπιραρία της Έσσης να τραγουδάνε το Deutschlandlied (ειδικά την τρίτη στροφή που μιλάει για ελευθερία και δικαιοσύνη και άλλες λίγο πολύ πανανθρώπινες αξίες) μπροστά στους Γάλλους αξιωματικούς του στρατού κατοχής της Ruhr 20 χρόνια νωρίτερα. Κι έτσι σοφοί που γίνατε με τόση πείρα, απολαύστε και το βιντεάκι (με τις απολογίες μου που δεν μπόρεσα να το ενσωματώσω στην ανάρτηση).

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Τρια τρένα της ζωής μου

2002: Το πρώτο ταξίδι με τρένο που θυμάμαι ήτανε με την βραδυνή αμαξοστοιχία για Θεσσαλονίκη. Ίσως η πρώτη και η τελευταία φορά που πέτυχα εκείνα τα παλιά βαγόνια με τις κουκέτες κι αυτήν την απομίμηση ξύλου στα τοιχώματα. Παραδόξως σε κανένα τρένο απ' όσα έχω ανέβει δεν θυμάμαι κάποιον συνεπιβάτη και το συγκερκιμένο δεν αποτελούσε εξαίρεση. Απεναντίας θυμάμαι τα άτομα με τα οποία έχω μοιραστεί τσιγάρο και ανταλλάξει δύο κουβέντες στο κυλικείο -όταν ακόμη επιτρεπότανε. Εν προκειμένω ήτανε ο ελεγκτής που κάπνιζε στον διάδρομο, δίπλα στο μισάνοιχτο παράθυρο. Στο Λιτόχωρο είχε χαράξει όταν φτάσαμε και όταν ετοιμάστηκα να κατέβω το τρένο ήδη ξεκινούσε. "Προλαβαίνεις να πηδήξεις;" με ρώτησε ο ελεγκτής -πρόλαβα. Ήτανε έξι το πρωί και το κρύο με τρύπησε, μόλις τότε κατάλαβα τι θα με περίμενε στο βουνό και πως το φουτεράκι που είχα κουβαλήσει δεν αρκούσε.
2005: Εκδρομή με τη σχολή Κωνσταντινούπολη και το ραντεβού ήτανε για τις 8 το πρωί Αλεξανδρούπολη Οι υπόλοιποι θα φτάνανε αεροπορικώς μα εγώ και δυο φίλοι ήμαστε αποφασισμένοι να ποντάρουμε σε ράγες. Φτηνότερα δεν μας ήρθε βέβαια γιατί οι μόνες θέσεις καπνιστών που βρήκαμε ελεύθερες ήτανε στην πρώτη και αν θυμάμαι καλά αρκετά πίσω στην πρώτη, διαφορετικά δεν εξηγείται το πως όταν φτάσανε οι εφημερίδες είχε μείνει μόνο 'Αδέσμευτος'. Ευχάριστη ολονυχτία και από τα λίγα δρομολόγια που έχω κάνει με παρέα στην Ελλάδα. Το απαραίτητο μπέρδεμα με τον σταθμό με ακολούθησε κι εκεί κι έτσι αντί να κατεβούμε Αλεξανδρούπολη βρεθήκαμε στις Φέρρες που πρώτη φορά τις άκουγα. Το σκηνικό ήτανε εφιαλτικό. Ένας σταθμός στη μέση του πουθενά και χωρίς ίχνος ανθρώπινης παρουσίας γύρω πέρα από έναν μεθυσμένο που κατέβηκε μαζί μας και ήτανε σε μεγαλύτερη σύγχυση από μας. Εν τέλει καταφέραμε να βρούμε ταξί και γλιτώσαμε τα μπινελίκια για την καθυστέρηση λόγω βλακείας. Ακριβώς έναν χρόνο μετά, θα ξαναβρισκόμουνα σ' αυτό το μέρος που μέχρι τότε δεν γνώριζα καν ότι υπήρχε, μόνο που δεν υπήρχε λόγος να πάω με τρένο: η μητέρα πατρίδα πρόσφερε δωρεάν μεταφορά με Steyr.
2006: Το συγκεκριμένο περιστατικό το καταχωρούμε ως ακούσιο trainspotting. Περασμένα μεσάνυχτα στον κεντρικό της Αλεξανδρούπολης. Δυο φαντάροι φυλάνε τον ασβεστωμένο πλάτανο... ΟΚ αστειεύομαι, στην ουσία το βαγόνι απέναντι, που είναι φορτωμένο με ένα RM 70 που θα έφευγε το επόμενο πρωί. Η αμαξοστοιχία σταματάει και το τρένο αδειάζει. Ένα ζευγάρι αλλοδαπών φορτωμένων με τα σακίδιά τους πλησιάζει και με ρωτάνε "Where is the port?". Χωρίς να έχω ιδέα από τους δρόμους της πόλης τους δείχνω αόριστα στο βάθος την αναλαμπή του φάρου. Δυο σκέψεις με ταλαιπώρησαν στο υπόλοιπο της υπηρεσίας μου. Αφενός μεν το ότι θα γυρίσουνε στην μακρινή τους χώρα και θα λένε πως η Θράκη δεν έχει αφομοιωθεί εντελώς και συνεπώς είναι ακόμα υπό κατοχή και αφετέρου γιατί δεν τους είπα να ξαναπάρουνε το τρένο και να κατεβούνε στον επόμενο σταθμό που ήτανε στο λιμάνι.