"Τα φώτα σβήνουν σ' ολόκληρη την Ευρώπη. Σ' όλη τη ζωή μας, δεν θα τα ξαναδούμε ν' ανάβουν" E. Gray (1914)
Ήταν Γενάρης του 2002 και μόλις είχα πάρει στα χέρια μου το National Geographic του μήνα. Άνοιξα το άρθρο για τη "Νέα Ευρώπη" στο οποίο φιγουράριζε η φωτογραφία ενός κέρματος ευρώ και άρχισα να διαβάζω περιμένοντας να δω κάτι για την ΟΝΕ. Όπως συμβαίνει αρκετά συχνά, έκανα λάθος: 'Οι παπαρούνες της Φλάνδρας ανθίζουν ακόμα ανάμεσα στις σειρές των σταυρών. Στα ανθισμένα λιβάδια γύρω από την αρχαία πόλη Ιπρ υπάρχουν 170 στρατιωτικά νεκροταφεία όπου οι ταφόπλακες αναγράφουν τους λόγους για τους οποίους στρατιώτες 20 τουλάχιστον διαφορετικών εθνοτήτων χάθηκαν εκεί στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους: «Morts pour la France» (Νεκροί για τη Γαλλία)· «For King and Country» (Υπέρ βασιλέως και πατρίδος)· «Deutschland muss leben» (Ζήτω η Γερμανία).' Ο συντάκτης είχε επιλέξει να ξεκινήσει την παρουσίαση της ενωμένης Ευρώπης, από τα πεδία της Φλάνδρας που είδανε τις μεγαλύτερες ανθρωποσφαγές του Μεγάλου Πολέμου (όπως λένε οι δυτικοί τον Πρώτο Παγκόσμιο). Ρουα ματ εκ μέρους του συντάκτη. Ποτέ δεν ξεπέρασα πραγματικά το ταρακούνημα που ένιωσα διαβάζοντας αυτές τις φράσεις.
Για μένα μέχρι τότε (στο πρώτο έτος του πανεπιστημίου), ο Πρώτος Παγκόσμιος δεν ήτανε παρά μια σύρραξη στην οποία η Ελλάδα βρέθηκε στην σωστή πλευρά. Έχετε προσέξει ποτέ ότι η ιστορία του σχολείου πέρα από τα λοιπά καταφανή της ελαττώματα παρουσιάζει τα σύγχρονα παγκόσμια γεγονότα σαν επεισόδια στην εμπέδωση του νεοελληνικού κράτους; Έτσι και για μένα μέχρι εκείνο το πρωί ο πόλεμος σήμαινε απλά τη συνθήκη των Σεβρών και ήτανε πιο ασήμαντος -σε απώλειες και σε προσαρτημένα εδάφη- από τους βαλκανικούς. Η επιλογή όμως του αρθρογράφου να βάλει δίπλα δίπλα τις επιγραφές των τάφων της Ιπρ, σε διαφορετικές γλώσσες που όμως λένε το ίδιο πράγμα, με συντάραξε. Γιατί για πρώτη φορά μου έκανε αρκετά ξεκάθαρο ότι στην ιστορία δεν υπάρχουνε καλοί και κακοί. Ο Γερμανός στρατιώτης που αλληλοσκοτώθηκε με τον Γάλλο ή τον Βρετανό, ούτε ήτανε χειρότερος άνθρωπος απ' τους άλλους, ούτε η κυβέρνησή του ήτανε χειρότερη και τον παραπλάνησε. Ο Πρώτος Παγκόσμιος εξελίχθηκε σε τέτοιο μακελειό, επειδή ήτανε ο πρώτος πόλεμος στην ιστορία που έλαβε χώρα μεταξύ κρατών που ήτανε πλέον εθνικά. Ο εθνικισμός ήδη αναπτυσσότανε από τον περασμένο αιώνα, μα έπρεπε να συνδυαστεί με τη μαζική δημοκρατία για να αποκτήσει μια τόσο καταστροφική διάσταση. Ήτανε οι ίδιοι οι λαοί της Ευρώπης που μπήκανε με ενθουσιασμό στον πόλεμο και το μίσος ακολούθησε. Εκ των υστέρων, μπορούμε πάντα να ρίξουμε το φταίξιμο στις ανίκανες ηγεσίες, που όταν κάτι πάει στραβά γίνονται αποδιοπομπαίοι τράγοι για συλλογικά σφάλματα. Μοιραία, ένα εύθραυστο σύστημα που είχε σχεδιαστεί για να εξισορροπεί κράτη που κυβερνούσαν αριστοκρατικές ολιγαρχίες, πρόθυμες να συμβιβαστούν με μια ανταλλαγή επαρχιών, κατέρρευσε. Πώς λοιπόν μπορείς να ρίξεις το φταίξιμο κάπου όταν όλοι οι λαοί της Ευρώπης πολεμούσαν και σκοτώνονταν για τέσσερα χρόνια για αφηρημένες έννοιες όπως η Γαλλία ή η Γερμανία και μισώντας σαν να ήτανε ανθρώπινα πλάσματα αφηρημένες έννοιες όπως τη Γαλλία και τη Γερμανία;
Στις 11 Νοέμβρη, πριν από 91 χρόνια ο Πρώτος Παγκόσμιος έληξε και άφησε πίσω του μια Ευρώπη που πλέον είχε χάσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό της και στην αέναη πρόοδο και μια γενιά καταρρακωμένη και σακατεμένη στα χαρακώματα. Ο κόσμος, ποτέ πια δεν θα ήταν ο ίδιος όπως δείχνει και το σχόλιο του Βρετανού υπουργού των εξωτερικών με το οποίο ξεκίνησα την ανάρτηση. Επιστρέφω όμως στο άρθρο του NG. Η πρώτη πρόταση παραπέμπει σε ένα πολύ γνωστό ποίημα του 1915 που ακούγεται συχνά στους εορτασμούς για τον πόλεμο στον αγγλοσαξονικό κόσμο (οι Γερμανοί, επειδή χάσανε κι επειδή τους πείσανε ότι φταίγανε αυτοί δεν έχουνε κάτι αντίστοιχο) μα που στην Ελλάδα δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό. Γράφτηκε το 1915 από έναν καναδό ταγματάρχη που έχασε έναν φίλο στη μάχη και γι αυτό πιστεύω μπορούμε να του συγχωρήσουμε την μαχητική τρίτη στροφή. Το βίντεο που διάλεξα, είναι κατά τη γνώμη μου το πιο αντιπροσωπευτικό και το λιγότερο μονομερές.
Ελληνική μετάφραση του ποιήματος υπάρχει εδώ (ούτε εγώ ήξερα ότι lark είναι ο κορυδαλλός). Επίσης, θα έκανα την ανάρτηση στις 11 Νοέμβρη που είναι η επέτειος αλλά έντρομος διαπίστωσα ότι έχω να κάνω μια παρουσίαση τότε, οπότε έκατσα και την έγραψα απόψε.
Πάνε σίγουρα βδομάδες, ίσως και κανα-δυο μήνες, αν στύψω το μυαλό μου ίσως και να θυμηθώ μα δεν έχει σημασία η ακρίβεια. Ήτανε αργάμισι για τα εδώ δεδομένα και γυρνούσα σπίτι περνώντας από Grassmarket, δροσούλα, χέρια στις τσέπες και ανάλαφρη διάθεση λόγω Jameson. Κοντοστάθηκα μπροστά σε μια από τις τελευταίες pub. Είχε ζωντανή μουσική, αυτή τη μουσική που δεν ακούγεται ιδιαίτερα δυνατά στον δρόμο μέσα απ' τους βαριούς τοίχους και περιμένεις να ανοίξει η πόρτα και να βγει κάποιος να καπνίσει για να σιγουρευτείς τι παίζουνε. Γνώρισα το τραγουδάκι και ήθελα να το ακούσω όλο αλλά ντράπηκα να στέκομαι στην μέση του δρόμου έτσι μόνος μου οπότε συνέχισα με αργό βήμα την πορεία μου. Το είχα ξεχάσει την άλλη μέρα κι όπως συμβαίνει πολύ συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, η ανάμνηση με ξαναβρήκε καιρό μετά, όταν το μυαλό ταξιδεύει -όπως τώρα- χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Άρεσε στον κολλητό φίλο των φοιτητικών χρόνων αυτό το τραγουδάκι. Κάπου ανάμεσα σε συζητήσεις για πολιτική, ύπαρξη θεού, μαθήματα, αποτυχημένους έρωτες και ό,τι άλλο μπορεί να συζητούσαμε πίνοντας τα κρασάκια μας (σίγουρα όχι μπάλα πάντως γιατί ήμουν και είμαι ανεπίδεκτος μαθήσεως) γινότανε και η κουβέντα για το μέλλον με μια αίσθηση μελαγχολικού πρωθύστερου. Που να το φανταζόμουνα ότι όταν λέγαμε πως "για φαντάσου να ακούμε το τραγούδι αυτό χρόνια μετά" το καταδικάζαμε να γίνει αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Κι έτσι, αν και ακόμα κρατάω ζηλότυπα την φοιτητική μου ιδιότητα σ' άλλο ίδρυμα, σ' άλλη χώρα και για άλλον τίτλο πια, που και που γυρίζω καμιά πεντάρα χρονάκια πίσω και νοσταλγώ. Το τραγουδάκι ακολουθεί και απολογούμαι για τον προσωπικό τόνο. Είμαι σίγουρος όμως ότι στον καθένα μπορεί να ξυπνήσει διαφορετικές μνήμες για "εκείνες τις μέρες" τις ασυννέφιαστες που όλοι μας φυλάμε, εξιδανικευμένες πια, κάπου στο μυαλό μας.
Η συγκεκριμένη καρδιά, "χτυπάει" εκεί που κάποτε βρισκότανε το διοικητικό κέντρο του Midlothian, στον κεντρικό δρόμο της παλιάς πόλης του Εδιμβούργου. Για το ρόλο του σωσιβίου στο κέντρο της δηλώνω πλήρη άγνοια όπως και για τα αποτσίγαρα που χαλάνε την φωτογραφία. Πριν σου μπει στο μυαλό ότι μπορεί να είναι ρομαντικό που υπάρχει μια εντοιχισμένη (όχι ακριβώς εντοιχισμένη, στον πεζόδρομο είναι) καρδιά σε μια μεσαιωνική πόλη, σε ξενερώνω πληροφορώντας σε πως εκεί γινότανε οι εκτελέσεις!
UPDATE: Κατόπιν επιμονής του κοινού, αφενός μεν σημειώνουμε ότι η καρδιά είναι το σύμβολο της ποδοσφαιρικής ομάδας Hearts. Αν η ομάδα προηγείτο της καρδιάς θα μπορούσαμε να κάνουμε μια εύλογη σύνδεση μεταξύ των επιδόσεών της και της παρουσίας του σωσιβίου, αλλά μιας και ισχύει το αντίστροφο το σωσίβιο παραμένει μυστήριο. Θεωρίες που αποδίδουν την παρουσία του στον Αγ. Ανδρέα είναι εντελώς ανεδαφικές. Επίσης -και αυτό λόγω απαίτησης του κοινού- πρέπει να σημειώσουμε ότι υπάρχει η συνήθεια των ιθαγενών Σκώτων να φτύνουν την καρδιά για καλή τύχη, όπως φτύνανε στον μεσαίωνα το διοικητήριο για τον ίδιο λόγο. Επειδή όμως το φτύσιμο δεν είναι πάντα για καλή τύχη, οι οπαδοί της αντίπαλης ποδοσφαιρικής ομάδας (της καθολικής Hibernian) έχουνε και αυτοί το συνήθειο να φτύνουνε την καρδιά, ακριβώς όπως ένας οπαδός του ΠΑΟΚ φτύνει τον 'ερυθρόλευκο' Άγιο Βασίλη.
Όπως μας πληροφορεί η ελευθεροτυπία, ανοίγει ο τάφος του Lorca και άλλων τριών εκτελεσθέντων από τους εθνικιστές του Φράνκο τον πρώτο μήνα του εμφυλίου στην Ισπανία. Η οικογένεια του ποιητή αρχικά έφερε αντιρρήσεις μα τελικά έδωσε τη συγκατάθεσή της να ανοίξει ο κοινός τάφος κατόπιν αιτήματος συγγενών των άλλων εκτελεσμένων. Κάπου ανάμεσα στο Viznar και το Alfacar, κάτω απ' τα λίοδεντρα είναι θαμένος ο άνθρωπος που "το έγκλημά του ήταν να είναι ελεύθερος σε μια εποχή που στην Ισπανία το κάλεσμα για ελευθερία ισοδυναμούσε με χτύπημα στην πόρτα του εκτελεστή" [2]. Διαβάζοντας τις περιγραφές για τον ποιητή, την ζωή και την εκτέλεσή του (εξαιρετικό αφιέρωμα στο ως3) δεν μπόρεσα παρά να θυμηθώ αυτό:
----------------------------------------------- [1]Χινόπωρο θα’ρθεί με σαλιγκάρια Σταφύλια ομίχλης, όρη αγκαλιασμένα Όμως κανείς δε θα σε ιδεί στα μάτια Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα F. G. Lorca, θρήνος στον Ignacio Sanchez Mejias (1935) - απόδοση Νίκου Γκάτσου
Ο Josip Reihl-Kir ήταν περιφερειακός επικεφαλής της αστυνομίας της ανατολικής Κροατίας το 1991. Σε περίπτωση που δεν αντιλαμβάνεσαι τι σημαίνει αυτό, αναφερόμαστε στην περιοχή της ανατολικής Σλαβονίας, περιοχή που -τότε- είχε σημαντικό σέρβικο πληθυσμό, πριν η Κροατία αποσχιστεί από την Γιουγκοσλαβία και αρχίσει το πανηγύρι που όλοι ξέρουμε που κατέληξε. Η ένταση είχε ήδη αρχίσει να συσσωρεύεται και οι Σέρβοι φτιάχνανε οδοφράγματα περιμένοντας τον JNA (λαϊκό γιουγκοσλαβικό στρατό) να επέμβει στην δημοκρατία που ήτανε έτοιμη να αποσχιστεί. Ο αστυνομικός διευθυντής λοιπόν, τοποθετημένος από τον ίδιο τον Tudjman σε αυτήν την ευαίσθητη θέση, περιφερότανε συνεχώς στην επαρχία (όπου οι Σέρβοι ήτανε περισσότεροι απ' ότι στις πόλεις με μικτό πληθυσμό), συνομιλούσε ακούραστα με τους Σέρβους, τους διαβεβαίωνε πως η αστυνομία θα τους προστάτευε και τους έπειθε να μετακινούν τα οδοφράγματα.
Η ανταμοιβή του για την προσπάθεια να υπερβεί τα εθνικά μίση ήτανε 16 σφαίρες την 1η Ιουλίου του 1991. Δολοφονήθηκε από έναν Κροάτη αστυνομικό (A. Gudelj), κατόπιν εντολής του υπερεθνικιστή τοπικού αρχηγού της "τοπικής άμυνας" και μέλους του HDZ (το κυβερνών κόμμα του Tudjman) B. Glavas. Ο τελευταίος εμποδίζονταν από τον πασιφιστή αστυνομικό στην οργάνωση εξτρεμιστών και επίσης ανησυχούσε για τον φάκελο που είχε ετοιμάσει ο Kir με τις δραστηριότητές του. Το αποτέλεσμα ήτανε να στραφούνε και οι Σέρβοι στους δικούς τους εξτρεμιστές. Έφτανε όμως ένας άνθρωπος να σώσει την κατάσταση όταν τόσο η σέρβικη όσο και η κροατική ηγεσία πηγαίνανε ολοταχώς για πόλεμο; Μάλλον όχι.
Ο Kir λοιπόν από μια άποψη ήτανε μια από τις πρώτες 20000 απώλειες [1] ενός πολέμου που ήτανε έτοιμος να ξεκινήσει. Αυτό που τον ξεχωρίζει είναι πως δεν σκοτώθηκε πολεμώντας τους "εχθρούς του έθνους", μα σκοτώθηκε προσπαθώντας να αποτρέψει αυτό ακριβώς το αποτέλεσμα. Ένας άνθρωπος που πίστευε πως μπορούσαν να συνυπάρξουν Σέρβοι και Κροάτες, όπως το έκαναν και τα προηγούμενα χρόνια. Μας λέει ο Λειβαδίτης: "Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος μπορεί να χρειαστεί και να πεθάνεις για να ζήσουν οι άλλοι. Θα πρέπει να μπορείς να θυσιάζεσαι ένα οποιοδήποτε πρωινό." Πιστεύω πως η αγωνιώδης επίκληση του ήρωά μας στον προϊστάμενό του να τον σώσει μεταθέτοντάς τον, τον καθιστά ακόμα πιο ανθρώπινο από το αφηρημένο ιδεώδες αυτοθυσίας που προτάσσει ο Λειβαδίτης. Το σχετικό απόσπασμα από το BBC:
AFTERMATH: Ο δολοφόνος του Kir διέφυγε ανενόχλητος στην Αυστρία. Συνελήφθη και εκδόθηκε το 1997 μετά την φασαρία που προκλήθηκε από το παραπάνω βίντεο. Στην δίκη αμνηστεύτηκε. Συνελήφθη κατόπιν δικαστικού αγώνα της χήρας του Kir ξανά στην Αυστραλία το 2006 και καταδικάστηκε το 2008 σε 20 χρόνια φυλάκισης για την τριπλή ανθρωποκτονία του Kir και δύο συνεργατών του.
Στην Ελλάδα τον ρεαλισμό -μιλάω για ρεαλισμό και διεθνείς σχέσεις- τον αντιμετωπίζουμε κάπως αντιφατικά. Ειδικά ένα συγκεκριμένο ρεύμα σκέψης περί εξωτερικής πολιτικής. Από την μια ο ρεαλισμός είναι η αγαπημένη επωδός όταν πρόκειται να δικαιολογήσουμε την ανάγκη για νέα όπλα. Είναι συνεπώς συμπαθής όταν μας θυμίζει οτι ζούμε σε έναν σκληρό κόσμο αυτοβοήθειας κι έτσι πρέπει να εκμεταλλευόμαστε τα κενά δικαίου με βάση τα συμφέροντά μας. Πληροφορούμαστε λοιπόν πως ο ρεαλισμός "είναι το μοναδικό κριτήριο λήψης αποφάσεων των κρατών" (κρατήστε το αυτό θα μας χρειαστεί αργότερα) και πως "οι ηγεσίες που άργησαν να αποδεχτούν την νέα πραγματικότητα βρέθηκαν σε δυσμενή θέση". Αυτή είναι όντως η μια πλευρά του ρεαλισμού, που μπορούμε να συνοψίσουμε στη φράση "είναι ένας σκληρός κόσμος". Η δεύτερη πλευρά του είναι ότι οι ρεαλιστές είναι -ή τουλάχιστον έχουν τη φήμη πως είναι- αδιόρθωτα πεσιμιστές (πόσες φορές έχεις ακούσει το "ας είμαστε ρεαλιστές" και περιμένεις να ακούσεις κάτι ευχάριστο στη συνέχεια;). Σ' αυτήν την περίπτωση, που δηλαδή κάποιος στο όνομα του ρεαλισμού συνιστά υποχωρητικότητα, τότε σπεύδουμε να βάλουμε τον ρεαλισμό του σε εισαγωγικά και να διευκρινίσουμε πως ο ρεαλισμός στην ουσία είναι η "προσεκτική ανάγνωση των συνθηκών και των συσχετισμών που επιτρέπουν να μεγιστοποιήσουμε το συμφέρον μας" και "δεν είναι μόνο και δεν είναι κυρίως η περιγραφή της κατάστασης. Είναι πρωτίστως η κατανόηση της τάσης". Καλά είμαστε μέχρι εδώ, η ποικιλομορφία του ρεαλισμού μας επιτρέπει να δεχτούμε τις περισσότερες απο τις εκφράσεις που αναφέρθηκαν ως -έστω κι εν μέρει- ορθές. Πάμε λοιπόν εκεί που το επιχείρημα μπάζει άσχημα, δηλαδή στις πρακτικές συνέπειες.
Οι πρακτικές συνέπειες έχουνε να κάνουνε με το πως ορίζεις το "εθνικό συμφέρον" που μας καλείς να προωθήσουμε ρεαλιστικά. Ένα επιχείρημα λοιπόν του άρθρου του Χ. Λαζαρίδη (2007) είναι ότι εφόσον η ΠΓΔΜ διαλύεται ή είναι έστω στα πρόθυρα της διάλυσης, δεν χρειάζεται να συμβιβαστείς γιατί είναι "αντιρεαλιστικό" καθώς σύντομα θα καταρρεύσει η γείτων σαν την ΕΣΣΔ απο τις εσωτερικές τις αντιφάσεις. Το ίδιο ακριβώς επιχείρημα επαναλαμβάνεται στο άρθρο του Κ. Χολέβα (2009). Συμπέρασμα: παρόλο που διεθνώς μόνο εσύ χτυπιέσαι ακόμα για το όνομα ενός γειτονικού κράτους, ο ρεαλισμός σου επιβάλλει να συνεχίσεις να χτυπιέσαι επειδή το κράτος αυτό δεν είναι βιώσιμο. Η "χαμένη υπόθεση" λοιπόν θα κερδηθεί και το εθνικό σου συμφέρον θα έχει εξυπηρετηθεί. Απορία πριν περάσουμε στο τι έχουνε να πούν οι ρεαλιστές: Εξήγησέ μου πως ακριβώς με συμφέρει περισσότερο ένα διαλυμένο κράτος στη γειτονιά μου από ένα σταθερό; Και μιας και είμαστε στα του ρεαλισμού, θα ξέρεις σίγουρα την έννοια του κενού ισχύος. Αυτό ποιός θα το καλύψει; Γιατί μην μου πεις οτι περιμένεις να σε δεχτούνε σαν ελευθερωτή όταν τους έχεις αλλάξει τον αδόξαστο τόσα χρόνια για το όνομα τους.
Φτάνουμε λοιπόν στο καίριο κατ' εμέ σημείο: Πως στο καλό έφτασες να κάνεις την ονομασία ενός μικρού κράτους στόχο εξωτερικής πολιτικής και να τη συνδέσεις με το εθνικό συμφέρον; Η απάντηση υποθέτω έχει να κάνει με το "επειδή έχουμε δίκιο". Εντελώς ξαφνικά λοιπόν το δίκαιο αποκαθίσταται στον θρόνο του και ξεχνάμε τον ρεαλισμό που μας λέει ότι ζούμε σε έναν κόσμο που might makes right. "Εντάξει λοιπόν -μου απαντάς- τότε το κάνω επειδή μπορώ". Δεν βρήκες καλύτερο τρόπο να σπαταλήσεις το πολιτικό κεφάλαιο και την επιρροή σου; Ο λόγος που ένα ζήτημα σαν κι αυτό έχει αναχθεί σε κορωνίδα της εξωτερικής πολιτικής έχει να κάνει με το ότι ορισμένοι αντιλαμβάνονται το εθνικό συμφέρον με όρους εθνικισμού. Αυτό οι ρεαλιστές μπορούνε να σου εξηγήσουνε για ποιόν λόγο είναι καταστροφικό μιας και έχουνε δώσει κάποια σημασία στον εθνικισμό, αν και φαντάζομαι όταν τους διάβαζες σε ενδιέφεραν περισσότερο τα power maxims. Ο πρώτος λόγος είναι εσωτερικής πολιτικής και δεν χρειάζεται ρεαλισμός για να τον καταλάβεις. Πολιτικοί και στις δυο χώρες μαλλιοτραβιούνται και χρησιμοποιούνε το ζήτημα για εσωτερική κατανάλωση, με αποτέλεσμα να έχουνε φανατίσει τόσο την κοινή τους γνώμη που κινδυνεύουνε να χάσουνε τις εκλογές αν το λύσουνε.
Δεύτερον, η τραγωδία των σύγχρονων διεθνών σχέσεων κατά τους ρεαλιστές δεν βρίσκεται στο ότι ο κόσμος έγινε πιο άδικος -πάντα ήτανε- αλλά στο ότι εκεί που παλιά υπήρχε ένας ελάχιστος, αμοιβαία αποδεκτός, παγκόσμιος, ηθικός κώδικας συμπεριφοράς των κρατών, αυτός κατέρρευσε χάρη στον εθνικισμό. Αν λοιπόν σου πήγαινε στραβά η σταυροφορία έλεγες πως ήτανε θέλημα Θεού και ησύχαζες ή -αργότερα, στον 19ο αιώνα- τα έβρισκες εύκολα με τους λοιπούς διπλωμάτες που μοιραζόσαστε κοινές αξίες και παιδεία. Με την εμφάνιση όμως του εθνικισμού και της μαζικής δημοκρατίας η παγκόσμια ηθική αντικαθίσταται από την εθνική (λέγε με δίκαια του έθνους ή ιστορικό προορισμό). Επειδή όμως έχουμε πάντα την τάση να μπερδεύουμε τις δικές μας αξίες με τις παγκόσμιες, έχεις ταυτόχρονα ν (όπου ν ο αριθμός των εθνικών κρατών) ηθικούς κώδικες που απαιτούν να αναγνωριστούν και να επιβληθούν στους υπόλοιπους. Τον επίλογο τον αφήνω στον Morgenthau που τα λέει καλύτερα απο μένα:
“Carrying their idols before them, the nationalistic masses of our time meet in the international arena, each group convinced that it executes the mandate of history, that it does for humanity what it seems to do for itself, and that it fulfils a sacred mission ordained by providence, however defined. Little do they know that they meet under an empty sky from which the gods have departed” (Morganthau, 1948 p.99)
ΕΡΓΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΠΙΤΙ: Εφόσον ο ρεαλισμός "είναι το μοναδικό κριτήριο λήψης αποφάσεων των κρατών" (βλ. πρώτη παράγραφο) και εφόσον ο ρεαλισμός θεωρεί τον εθνικισμό ως μια καταστροφική εφεύρεση, από που συνάγεται πώς μια κοντόφθαλμα εθνικιστική πολιτική είναι ρεαλιστική; ----------------------------------------------------------------------------------------- Μπορείτε να ρίξετε μια ματιά στις απόψεις των κλασικών ρεαλιστών στα ακόλουθα: E.H. Carr "Η εικοσαετής κρίση" (υπάρχει και στα ελληνικά) και H. Morgenthau "Politics Among Nations". Εδικά για τον εθνικισμό ο Carr έχει ασχοληθεί στο "Nationalism and after" και στο "Conditions of Peace", γραμμένα και τα δυο στα μέσα της δεκαετίας του '40. Η παράθεση παραπάνω είναι απο: Morgenthau 'The Twilight of International Morality' (άρθρο στο Ethics, Ιαν 1948)
Τους ελληνικούς εθνικούς μύθους λίγο πολύ τους ξέρουμε και πολλά ιστολόγια ασχολούνται μαζί τους. Σ' άλλους προκαλούν ρίγη εθνικής υπερηφάνιας και σε άλλους γέλια. Η αλήθεια είναι ότι πάντα έβρισκα μια χαιρέκακη ικανοποίηση παρατηρώντας τις αλλαγές στην έκφραση όσων (πεπεισμένοι πως ό,τι διδαχτήκανε στο σχολείο ήτανε ιστορικά ακριβές θεωρούσανε το κρυφό σχολειό σαν ιστορική πραγματικότητα) αναγκαστήκανε να ακούσουνε την αντίθετη άποψη. Κι όμως ο εθνικισμός έχει μια περίεργη γοητεία από την οποία δεν ξεφεύγει ούτε ο ορκισμένος εχθρός του, μια γοητεία που έλκει από τη σύνδεσή του με τον ρομαντισμό, την εξέγερση του ανορθολογικού ενάντια στον διαφωτισμό. Ακόμα κι ο Gellner, τον οποίον αξίζει να διαβάσετε για την διαυγή ανάγνωση του εθνικισμού ως επακόλουθο της βιομηχανοποίησης -είτε συμφωνεί κανείς με τη διάγνωση είτε όχι- και για το ευχάριστο στιλ γραφής του, δήλωσε πως ποτέ δεν τον άφησε αδιάφορο η μαγεία του εθνικισμού. Θα επανέλθω κάποια άλλη στιγμή στο πόσο εξοργιστικό αλλά και συνάμα ενδιαφέρον βρίσκω το φαινόμενο, για σήμερα όμως θα ασχοληθώ με έναν εθνικό μύθο που δεν είναι "δικός μας" αλλά φαίνεται να έχει συγγενείς στην ελληνική πραγματικότητα
Εντελώς τυχαία, διαβάζοντας ένα ρεπορτάζ του BBC για τη συνθήκη της Λισαβόνας, ανακάλυψα το ακόλουθο διαμαντάκι. Ο Vaclav Klaus, πρόεδρος της Τσεχίας και ευρωσκεπτικιστής, την ημέρα που η Τσεχία έγινε δεκτή στην μεγάλη μας ευρωπαϊκή οικογένεια αντί να παρευρεθεί στην δεξίωση είχε πάει για περπάτημα σε έναν λόφο. "Ε ωραία -θα μου πεις- έδειξε από τότε ότι δεν πολυπήγαινε την ΕΕ". Ο συμβολισμός είναι ωστόσο που μετράει. Γιατί σε εκείνον τον λόφο περιμένει ένας παλιότερος Vaclav (αγιοποιημένος κιόλας), που σύμφωνα με τον θρύλο θα ξυπνήσει και θα καλπάσει με τους ιππότες του στην σωτηρία της πατρίδας στον έσχατο κίνδυνο. Το ότι μέσα στον τελευταίο αιώνα θα έπρεπε να ξυπνήσει τουλάχιστον δύο φορές (τρεις αν ακούσουμε τους ευρωσκεπτικιστές της Τσεχίας) και δεν το έκανε είναι κάτι που μάλλον δεν ξάφνιασε και πολλούς. Αυτό που έχει σημασία όμως, είναι ότι το εν λόγω ιστορικό πρόσωπο δεν σκοτώθηκε σε μάχη με αλλοεθνείς (ο όρος χρησιμοποιείται καταχρηστικά καθώς δεν είχε καμία αξία τον 10ο αιώνα) ή αλλόθρησκους, μα δολοφονήθηκε από κάποιον που επιθυμούσε να τον αντικαταστήσει ως δούκας της Βοημίας. Υποθέτω πως δεν έχει σημασία, ο μύθος είναι πολύ παλιότερος από την εποχή που ο εθνικισμός τον ξέθαψε και τον ενσωμάτωσε στην ένδοξη ιστορία του τσέχικου έθνους (έστω κι αν το τελευταίο δεν είναι τρισχιλιετές). Μου θύμισε ωστόσο αυτό που έλεγε ο Gellner (σας το είπα ότι πρέπει να τον διαβάσετε!) πως δεν έχουνε σημασία τα ιστορικά-πολιτιστικά κουρέλια που θα χρησιμοποιήσει ο εθνικισμός για να υφάνει το έθνος, οποιοδήποτε κουρέλι κάνει, κι αν είναι αρκετά άτυχος ώστε να μην διαθέτει αρκετά πρέπει να τα εφεύρει. Μια ματιά στη Wikipedia θα σας πείσει για το πόσοι ήρωες και βασιλείς των παλιών καιρών κοιμούνται εκεί έξω, μαρμαρωμένοι βασιλιάδες που από τις λαϊκές δοξασίες άλλων εποχών μεταγραφτήκανε στην μυθολογία του μοντερνισμού.
Αν υπάρχει ένας λόγος που αυτήν την εποχή την θεωρώ ξεχωριστή, είναι τα χρώματα των φυλλοβόλων και οι βροχές της. Ίσως επίσης επειδή ξαναφυτρώνει το χορτάρι, αλλά αυτός είναι δευτερεύων λόγος. Αν το καλοσκεφτώ βέβαια, αυτή η σύνδεση με το φθινόπωρο υπήρξε περισσότερο στο χώρο του φαντασιακού παρά του πραγματικού κι έχει να κάνει με τις στερεοτυπικές εικόνες των βιβλίων που μου αγόραζε η μάνα μου όταν ήμουν πιτσιρίκι. Γιατί εκεί που μεγάλωσα, δεν το πολυβλέπαμε το φθινόπωρο. Κάπου στο Νοέμβρη μας τάραζαν οι βοριάδες από τον Κορινθιακό και το παίρναμε χαμπάρι ότι ή εποχή της ξηρασίας τελείωσε και άρχιζε αυτή των μουσώνων. Στην πόλη που σπούδασα, πάλι δεν το καταλάβαινα ιδιαίτερα, γιατί προκειμένου να δεις τα χρώματα των φυλλοβόλων, προϋποτίθεται ότι τα τελευταία υπάρχουνε. Kαι στην Αθήνα... δεν! Τέλος στην μικρή μας πόλη (ναι από τον Χατζή τον βούτηξα τον χαρακτηρισμό, ο οποίος τον είχε εμπνευστεί από το θεατρικό του Wilder, εκείνο με την Έμιλι που... ωχ πρέπει να κλείσω την παρένθεση!) και τα περίχωρά της, τα δέντρα ναι μεν αλλάζουνε το χρωματάκι τους αλλά θυμούνται να το κάνουν κάπως αργά, μέσα Νοέμβρη μεριά. Κι αφού είδα κι απόειδα ο περαστικός, έφτασα μέχρι εδώ που είμαι τώρα και επιτέλους ανταμείφθηκα με το φθινόπωρο των ονείρων μου. Αυτό που δεν θα ομολογήσω είναι ότι το τίμημα για το φθινόπωρο των ονείρων μου ήτανε ένα εφιαλτικά ανεμοδαρμένο, συννεφιασμένο και δροσερό καλοκαίρι που μας χάρισε μεγαλόψυχα και δυο τρεις μέρες λιακάδας έτσι να έχουμε να (κ)λέμε.