Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Τα χρόνια κοντά στ' ακρογιάλι

Όπως έγραφα την απάντηση στο σχόλιο της Ιωάννας -που ορθώς απορούσε τι γυρεύει ένας Ηπειρώτης στον Κορινθιακό- με έπιασε ένα από κείνα τα ακατανίκητα φλασμπακ που ένας φίλος είχε περιγράψει πολύ όμορφα όταν με ξεναγούσε στην γειτονιά του ως ακολούθως: "κάνουμε σαν εκείνους τους παππούδες που μπορούνε να δούνε τη σχάρα ενός υπονόμου και να σου ανακατασκευάσουνε την γειτονιά πριν κάμποσες δεκαετίες". Έτσι κι εγώ, χωρίς σχάρα υπονόμου ως ερέθισμα αλλά μερικά πιξελς (o tempora!) θυμήθηκα εκείνο το ποιηματάκι του Παλαμά που θα σας δώσω στο τέλος της ανάρτησης κι αφού το άκουσα και το ξανάκουσα, θυμήθηκα και μερικά σκόρπια πράγματα από τα "πρώτα μου χρόνια κοντά στ' ακρογιάλι"
Δεν σκοπεύω να μακρηγορήσω γιατί ξημέρωσε Κυριακή και έχουμε εκδρομούλα στην εξωτική Γλασκώβη. Επίσης δεν σκοπεύω να καρφώσω το όνομα της πολίχνης που με φιλοξένησε την πρώτη δεκαετία της ζωής μου, για να την προστατεύσω από τα φώτα της δημοσιότητας. Άλλωστε, δεν είναι πλέον η ίδια και κινδυνεύω να χαρακτηριστώ φαντασιόπληκτος αν κανένας συγκρίνει την τωρινή πραγματικότητα των πολυόροφων οικοδομών επάνω στο κύμα με τις σχεδόν βουκολικές περιγραφές μου. Όπως και να έχει στα τέλη του περασμένου αιώνα ο συνοικισμός που μεγάλωσα ήτανε χωμένος μέσα σε περιβόλια εσπεριδοειδών και αποτελούνταν κυρίως από μονοκατοικίες, αν και εμείς είχαμε πιάσει ένα διαμπερές σε ένα τρίπατο κτίριο οπότε είχαμε αγνάντιο τον Κορινθιακό και τον αέρα του. Εκειδά είναι που γνώρισα μερικές από τις μεγάλες μου αγάπες που κουβαλάω ακόμα, όπως το άρωμα από το αγιόκλημα και τις ανθισμένες λεμονιές ένα γλυκό καλοκαιρινό βράδυ, με συνοδεία από τριζόνια και γκιώνη ει δυνατόν. Επίσης το χρώμα της θάλασσας το φθινόπωρο και τον απόμακρο ήχο τον κυμάτων το βράδυ (που πρώτη φορά τον πρόσεξα το άυπνο βράδυ πριν μετακομίσω για τα ορεινά). Δεν νομίζω να ζούνε ακόμα, μα ήτανε και δύο παππούδες με παχιά άσπρα μουστάκια και ψάθινα καπελάκια, που τους έβλεπα συνέχεια όταν πηγαίναμε στη θάλασσα και δεν αποχωριζότανε τα καπέλα τους ούτε στο νερό. Ίσως σε μερικές δεκαετίες να ξαναπάω σ' αυτήν την παραλία με το δικό μου ψαθάκι, έτσι για φόρο τιμής. Να μην ξεχάσω κι εκείνον τον τούβλινο τοίχο με τον οποίον είχα σφιχταγκαλιαστεί τόσες φορές όταν μάθαινα ποδήλατο κι έτσι ήρθα σε κοντινή επαφή με αυτό το ορθογώνιο κεραμικό πολύ πριν χρειαστεί να διδάξω.
Μιας και πλησιάζω στο σημείο που θα μαζέψω όπως όπως την αναδρομή μου και θα σας δώσω το ποίημα, πρέπει να ξεκαθαρίσω πως δεν κουβαλούσα καμία μεγάλη πίκρα αντίστοιχη με του Παλαμά (που αν δεν κάνω λάθος είχε ορφανέψει από παιδί). Πέρα από τους τσακωμούς και τις κατσάδες, οι 'πίκρες' εκείνα τα χρόνια είχανε να κάνουνε με απώλειες παιχνιδιών και ζώων. Τα πρώτα είναι η κλασική ιστορία των LEGO που ρουφούσε η σκούπα-δολοφόνος, με εκείνο το διαολεμένο θόρυβο που έβγαζε ο μεταλλικός της σωλήνας μόλις τραβούσε κάτι που δεν έπρεπε να είχε ξεχαστεί στη φλοκάτη. Ή εκείνου του ηρωικού πολυβολητή που είχα ακροβολίσει επάνω στη σόμπα για να καλύπτει την διάβαση ανάμεσα στην τραπεζαρία και την γλάστρα με τον φίκο και ο οποίος ,δεδομένου του ότι η σόμπα ήτανε αναμμένη, έπεσε αδιαμαρτύρητα στο βωμό του καθήκοντος (μάλλον όχι εντελώς αδιαμαρτύρητα, γιατί το λιωμένο πλαστικό ως γνωστόν βρωμοκοπάει). Κι αν τις τραγωδίες των παιχνιδιών τις σκέφτομαι και γελάω δεν ισχύει το ίδιο με το ζωικό βασίλειο. Τα παιδιά δεν πρέπει να μεγαλώνουνε σε εξοχές, ακόμα και άθελά τους μπορούνε να γίνουνε εγκληματίες! Μπορεί να έχω φάει χώμα πέφτοντας από το ποδήλατο για να μην πατήσω ένα από κείνα τα μεγάλα κόκκινα μυρμήγκια, αλλά πολλά άλλα ζώα χάθηκαν λόγω της υπερβολικής φροντίδας ή/και περιέργειας στην μελέτη τους ,για να μην μετρήσουμε και την αδικαιολόγητη μα πραγματική παιδική κακία. Ακόμα έχω τα χέρια μου βαμμένα με το αίμα ενός μεγάλου κεφαλόπουλου που είχαμε πιάσει με την απόχη και άθελά μας τραυματίσει στην νηκτική κύστη. Προφανώς, το δύστυχο ζωντανό μόλις ξαναέπεσε στο νερό, απλώς επέπλεε στο πλάι και παρ' όλο που είχα πλαντάξει στο κλάμα τελικά κατέληξε στο τηγάνι και το έφαγε με ενοχές ο μικρός αδερφός, που δεν μπορούσε να εκτιμήσει πλήρως την βαρύτητα της κατάστασης. Έκτοτε εξυπακούεται πως δεν έχω ξαναπάει για ψάρεμα, ούτε καν ως θεατής. Την πρώτη πραγματική πίκρα λοιπόν, την έφαγα όταν χρειάστηκε να φύγω για τα άγνωστα μέχρι τότε Γιάννενα κι έτσι έμαθα πως οι ανθρώπινες απώλειες τσούζουνε λίγο παραπάνω από αυτές των παιχνιδιών. Το ποίημα έπεται σε μελοποίηση Δεληβορία. Τις καλημέρες μου!

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Οι Μοιραίοι

Το τραγούδι αυτό, μιας και ως ποίημα το έμαθα στα σχολικά μου χρόνια, είναι μια από κείνες τις κάπως ομιχλιασμένες μνήμες που κουβαλάει κάποιος από την εποχή που μετρούσε την ηλικία του σε μονοψήφιους αριθμούς. Θυμάμαι να το τραγουδάει μια μεγαλούτσικη παρέα σε μια -βολικά- υπόγεια ταβέρνα στο Δερβένι, παρέα με ακορντεόν, μπουζούκι και κιθάρα. Επίσης θυμάμαι τον αέρα και τον βραδινό φουσκωμένο Κορινθιακό, τα αρμυρίκια και το φεγγάρι πίσω από αραιή συννεφιά. Ναι, θυμάμαι και τον άβολο ύπνο σε κείνες τις ξύλινες καρέκλες. Προφανώς σε κείνη την ηλικία δεν ήμουνα τόσο νοσταλγικός -άλλωστε ποτέ δεν είσαι νοσταλγικός για κάτι όταν συμβαίνει- αντιθέτως, ως κάθε αμύητος στα μυστικά του κρασιού πιτσιρικάς, δυσανασχετούσα πολύ με την ιδέα του ύπνου στις καρέκλες. Πρόσφατα ο πατέρας μου θυμήθηκε γελώντας πως έδινε μάχη για να καταφέρει να με ξεμουλαρώσει όταν ήταν να πάμε στην ταβέρνα. 
Το τραγούδι το ξανανακάλυψα χρόνια μετά, όταν στα κείμενα του λυκείου η φιλόλογος μας έφερε μια παλιά κασέτα με την εκτέλεση του Μπιθικώτση. Όσο βέβαια κι αν απολάμβανα την μουσική ένιωθα πως είχε αυτήν την χαωτική απόσταση από την πραγματικότητα. Ακόμα κι αν εξέφραζε την γενιά της παρέας της ταβέρνας, που μεγαλώσανε σε κάποια χωριά και ζοριστήκανε για να καταφέρουν να σπουδάσουνε, σε μένα και την δικιά μου γενιά προφανώς δεν θα μπορούσε να πει και πολλά πολλά. Άλλωστε, το Γκάζι είναι posh την σήμερον και δεν νομίζω η κόρη του Γιαβή να έχει αντιρρήσεις να συχνάζει εκεί. Αυτά μέχρι φέτος. Φέτος που στην επίσκεψή μου στα πατρώα, είδα τους ανθρώπους της γενιάς μου, υποτίθεται στο παραγωγικότερο μέρος της ζωής μας, με μια βουβή ή και  σπανιότερα εκπεφρασμένη απογοήτευση για τη δουλεία που δεν βρίσκουνε εδώ και δυο χρόνια ή που την βρήκανε και τους πληρώνει με χιούμορ που περισσεύει. Δεν ήτανε αυτό που με τρόμαξε όμως και μου θύμισε τόσο τους "μοιραίους", ήτανε η κουρασμένη αποδοχή του αναπόφευκτου η προσμονή του 'θαύματος'. Κι έτσι έμαθα πως η κόρη του Γιαβή, του κάθε Γιαβή, ποτέ δεν έφυγε,  απλώς την έκανε από το Γκάζι επειδή ακρίβυνε κι αυτό. Καλό σας βράδυ.

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

Αντί καλής χρονιάς: Εισαγωγή στη Γιαννιώτικη

Εδώ και καιρό είχα σκοπό να κάνω μια καθαρά τοπικιστική ανάρτηση, από εκείνο το "τσιγκλάω" σ' ένα σχόλιο του Βιολόγου προ αμνημονεύτων ποστ. Κι επειδή οι τύψεις που δεν άφησα μια ευχετήρια αναρτησούλα πριν το σκάσω για διακοπές με φάγανε και δεν μ' αφήσανε (λέμε τώρα) να απολαύσω τις διακοπές μου , το παρόν ποστ πιάνεται και για εορταστικό! Οι αναγνώστες λοιπόν θα έχουνε το προνόμιο να εισαχθούνε στην Γιαννιώτικη γλώσσα και κουλτούρα με μια σειρά αναρτήσεων, ξεκινώντας από την σημερινή. Μόλις ολοκληρωθεί ο κύκλος, θα μπορέσετε να δώσετε το σχετικό τεστ για την απόκτηση υπηκοότητας. Βάλαμε και εικονίτσες για να είναι η μέθοδος διδασκαλίας user friendly.

1. Γεωγραφία: Γιάννενο [το] (επίσης υποκ. Γιαννενάκια). Μαγευτική πόλη της ΒΔ Ελλάδας με ολοδική της -σχεδόν- καταπράσινη -από τον υπερτροφισμό- λίμνη. Κατοικείται από Γιαννιώτες και Γιαννιώτισσες για τους οποίους θα μιλήσουμε αναλυτικά στην επόμενη ενότητα. Η ειδυλλιακή τοποθεσία που της έχει δώσει το προσωνύμιο "Λοκάρνο του Νότου" (μην κάνεις κανένα αστείο και το ψάξεις στο γκουγκλ, τώρα μου ήρθε) συνοδεύεται από απερίγραπτα καλό καιρό όπως φαίνεται και από την εικόνα. Τα αξιοθέατα περιλαμβάνουν τον πληθυσμό, ιστορικά μνημεία -κυρίως των οθωμανικών χρόνων- και σύγχρονα μνημεία που ακούνε στο όνομα "τσιπουράδικα". Ανοίγουμε παρένθεση για να μιλήσουμε σοβαρά: εάν βρεθείς ποτέ στο Γιάννενο, κάνε έναν κόπο να εντοπίσεις ό,τι έχει απομείνει από τον καιρό που η πόλη ήτανε πολυπολιτισμική και συνεπώς πλουσιότερη, όπως τα μουσουλμανικά τεμένη και την εβραϊκή συναγωγή. Και πέρα απ' αυτά τα αυτονόητα, θα εκπλαγείς από πόσα σημεία στους δρόμους του κάστρου ή του Κουρμανιού φυλάνε ανέγγιχτες γωνίτσες από την μικρή μας πόλη που μας τελείωσε μα δεν την ξεχνάμε. Κλείνουμε παρένθεση.

2. Άνθρωποι: τζες [ο] (πληθ. τζέδες, υποκ τζεσάκος, σπανιότερα συναντάται και σε θηλ: τζε [η]) και χαλόν(ι) [το]. Το σχετικό λεξικό δεν μας διαφωτίζει ιδιαίτερα για την ετυμολογία πάντως σε γενικές γραμμές μεταφράζουμε το πρώτο ως τύπος και το δεύτερο ως τύπισσα (για να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς ως μ***ι μεταφράζεται κανονικά μα το ιστολόγιο προσπαθεί να είναι gender neutral). Αν δεν απατώμαι φημολογείται πως το τζες προέρχεται από το τούρκικο "τζερεμές" που σημαίνει τον άδικο φόρο (εξού και η υποτιμητική χρήση του όρου "τζες" σε ορισμένα ρεμπέτικα) ενώ για το χαλόν το slang μας πληροφορεί πως έχει ρίζα εβραϊκή. Η εικόνα είναι από κατάστημα με εσώρουχα που παίζει με τις δύο αυτές λέξεις και την συνήθεια μεγάλων εταιριών ρουχισμού να έχουνε διπλά ονόματα. Μας δείχνει επίσης πως ο τζες είναι ένα πλάσμα της φύσης με αστείρευτη φαντασία και εξαιρετική αίσθηση του χιούμορ (το γεγονός ότι και ο ιστολόγος  του παρόντος είναι τζες, προφανώς δεν είναι τυχαίο). Η υπαρξιακή τραγωδία του τζε έγκειται στο ότι είναι καταδικασμένος να συνυπάρχει με την γιαννιώτισσα, που όπως συμφωνήσαμε στα σχόλια εδώ είναι μυθικό ον σχεδόν απύθμενης ματαιοδοξίας (Biologos, 2010). Την αγωνία αυτή έχει παγιδέψει από παλιά ο λαϊκός στιχουργός σε χαρακτηριστικά δείγματα παραδοσιακής ηπειρώτικης μουσικής. Βλέπουμε από το ηχητικό ντοκουμέντο πως προκειμένου να εντυπωσιαστεί η γιαννιωτοπούλα δεν αρκεί το άσπρο τριαντάφυλλο, αλλά πρέπει να βαφτεί γαλάζιο, στα χρώματα του ΠΑΣ δηλαδή.

3. Πολιτισμός: τσίπ(ου)ρο [το] (πληθ. τσίπρα, με πεζό "τ" για να μην συγχέεται με τον πολιτικό αρχηγό, αν και τα σχετικά λογοπαίγνια είναι αποδεκτά). Εάν εκτυπώσεις την ύλη, σ' αυτό γράψε ένα SOS στο περιθώριο. Αν και κανονικά δεν χρειάζεται συστάσεις θα κάνουμε μια εισαγωγή μιας και το τσίπουρο αποτελεί ανασπόσπαστο μέρος του γιαννιώτικου πολιτισμού. Πρόκειται για το νέκταρ που προκύπτει από την αέναη μάχη της τοπικής θεότητας ζαμπέλας με την αδερφή της ντεμπίνα όπως έχει δηλώσει στο παρελθόν και ο ορκισμένος ζαμπελίστας filthy pagan. Το τσίπουρο λατρεύεται μόνο στα ειδικά γι αυτόν τον σκοπό σκεύη, τουτέστιν το ποτηράκι του [1] και το καραφάκι [2]. Για το [2] μπορούμε να κάνουμε κάποιες παραχωρήσεις εαν η ποσότητα που θέλουμε είναι μεγαλύτερη από αυτήν που χωράει το καραφάκι, αλλά το [1] είναι sine qua non, κοινώς ΔΕΝ βάζεις ποτέ το τσίπουρο σε κρασοπότηρο [3], υπάρχει λόγος που έχει το δικό του! Ο λόγος αυτός είναι για να μην μπει στον πειρασμό κανένας Αθηναίος/Θεσσαλονικιός να  βάλει πάγο στο τσίπουρό του! Εάν το να πεις το τσίπουρο "ρακή" είναι πλημμέλημα και το να υποθέσεις αφελώς πως υπάρχουνε παραγωγοί στην Ήπειρο που το φτιάχνουνε με γλυκάνισο κακούργημα*, τότε το να προσπαθήσεις να το πιείς με πάγο ισοδυναμεί με εσχάτη προδοσία και τιμωρείται με δια βίου απαγόρευση εισόδου στα τσιπουράδικα και αφαίρεση υπηκοότητας. Συνοψίζοντας ΔΕΝ βάζεις ποτέ πάγο στο τσίπουρο, ακούς; αν θες να μην σε σκοτώσει το πίνεις πιο αργά.

 ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ!!!

-------------------------------------------
* Δυστυχώς πρόκειται για πραγματικό περιστατικό, η φίλη που το εκστόμισε γλίτωσε το λιντσάρισμα χάρη στο προχωρημένο της ώρας και την φιλειρηνική φύση των θαμώνων του συγκεκριμένου τσιπουράδικου.

UPDATE: Παραπέμπουμε εδώ στο σχετικό μίνι αφιέρωμα του Βιολόγου, το οποίο βέβαια σαν θετικός επιστήμονας που είναι, με μεταδοτικότητα που τείνει στο - το καταλαβαίνει μόνο αυτός! Διότι μόνο ένας θετικός επιστήμονας θα κατάφερνε με μια ανάρτηση να προκαλέσει περισσότερες απορίες από όσες έλυσε.