Όπως έγραφα την απάντηση στο σχόλιο της Ιωάννας -που ορθώς απορούσε τι γυρεύει ένας Ηπειρώτης στον Κορινθιακό- με έπιασε ένα από κείνα τα ακατανίκητα φλασμπακ που ένας φίλος είχε περιγράψει πολύ όμορφα όταν με ξεναγούσε στην γειτονιά του ως ακολούθως: "κάνουμε σαν εκείνους τους παππούδες που μπορούνε να δούνε τη σχάρα ενός υπονόμου και να σου ανακατασκευάσουνε την γειτονιά πριν κάμποσες δεκαετίες". Έτσι κι εγώ, χωρίς σχάρα υπονόμου ως ερέθισμα αλλά μερικά πιξελς (o tempora!) θυμήθηκα εκείνο το ποιηματάκι του Παλαμά που θα σας δώσω στο τέλος της ανάρτησης κι αφού το άκουσα και το ξανάκουσα, θυμήθηκα και μερικά σκόρπια πράγματα από τα "πρώτα μου χρόνια κοντά στ' ακρογιάλι".
Δεν σκοπεύω να μακρηγορήσω γιατί ξημέρωσε Κυριακή και έχουμε εκδρομούλα στην εξωτική Γλασκώβη. Επίσης δεν σκοπεύω να καρφώσω το όνομα της πολίχνης που με φιλοξένησε την πρώτη δεκαετία της ζωής μου, για να την προστατεύσω από τα φώτα της δημοσιότητας. Άλλωστε, δεν είναι πλέον η ίδια και κινδυνεύω να χαρακτηριστώ φαντασιόπληκτος αν κανένας συγκρίνει την τωρινή πραγματικότητα των πολυόροφων οικοδομών επάνω στο κύμα με τις σχεδόν βουκολικές περιγραφές μου. Όπως και να έχει στα τέλη του περασμένου αιώνα ο συνοικισμός που μεγάλωσα ήτανε χωμένος μέσα σε περιβόλια εσπεριδοειδών και αποτελούνταν κυρίως από μονοκατοικίες, αν και εμείς είχαμε πιάσει ένα διαμπερές σε ένα τρίπατο κτίριο οπότε είχαμε αγνάντιο τον Κορινθιακό και τον αέρα του. Εκειδά είναι που γνώρισα μερικές από τις μεγάλες μου αγάπες που κουβαλάω ακόμα, όπως το άρωμα από το αγιόκλημα και τις ανθισμένες λεμονιές ένα γλυκό καλοκαιρινό βράδυ, με συνοδεία από τριζόνια και γκιώνη ει δυνατόν. Επίσης το χρώμα της θάλασσας το φθινόπωρο και τον απόμακρο ήχο τον κυμάτων το βράδυ (που πρώτη φορά τον πρόσεξα το άυπνο βράδυ πριν μετακομίσω για τα ορεινά). Δεν νομίζω να ζούνε ακόμα, μα ήτανε και δύο παππούδες με παχιά άσπρα μουστάκια και ψάθινα καπελάκια, που τους έβλεπα συνέχεια όταν πηγαίναμε στη θάλασσα και δεν αποχωριζότανε τα καπέλα τους ούτε στο νερό. Ίσως σε μερικές δεκαετίες να ξαναπάω σ' αυτήν την παραλία με το δικό μου ψαθάκι, έτσι για φόρο τιμής. Να μην ξεχάσω κι εκείνον τον τούβλινο τοίχο με τον οποίον είχα σφιχταγκαλιαστεί τόσες φορές όταν μάθαινα ποδήλατο κι έτσι ήρθα σε κοντινή επαφή με αυτό το ορθογώνιο κεραμικό πολύ πριν χρειαστεί να διδάξω.
Μιας και πλησιάζω στο σημείο που θα μαζέψω όπως όπως την αναδρομή μου και θα σας δώσω το ποίημα, πρέπει να ξεκαθαρίσω πως δεν κουβαλούσα καμία μεγάλη πίκρα αντίστοιχη με του Παλαμά (που αν δεν κάνω λάθος είχε ορφανέψει από παιδί). Πέρα από τους τσακωμούς και τις κατσάδες, οι 'πίκρες' εκείνα τα χρόνια είχανε να κάνουνε με απώλειες παιχνιδιών και ζώων. Τα πρώτα είναι η κλασική ιστορία των LEGO που ρουφούσε η σκούπα-δολοφόνος, με εκείνο το διαολεμένο θόρυβο που έβγαζε ο μεταλλικός της σωλήνας μόλις τραβούσε κάτι που δεν έπρεπε να είχε ξεχαστεί στη φλοκάτη. Ή εκείνου του ηρωικού πολυβολητή που είχα ακροβολίσει επάνω στη σόμπα για να καλύπτει την διάβαση ανάμεσα στην τραπεζαρία και την γλάστρα με τον φίκο και ο οποίος ,δεδομένου του ότι η σόμπα ήτανε αναμμένη, έπεσε αδιαμαρτύρητα στο βωμό του καθήκοντος (μάλλον όχι εντελώς αδιαμαρτύρητα, γιατί το λιωμένο πλαστικό ως γνωστόν βρωμοκοπάει). Κι αν τις τραγωδίες των παιχνιδιών τις σκέφτομαι και γελάω δεν ισχύει το ίδιο με το ζωικό βασίλειο. Τα παιδιά δεν πρέπει να μεγαλώνουνε σε εξοχές, ακόμα και άθελά τους μπορούνε να γίνουνε εγκληματίες! Μπορεί να έχω φάει χώμα πέφτοντας από το ποδήλατο για να μην πατήσω ένα από κείνα τα μεγάλα κόκκινα μυρμήγκια, αλλά πολλά άλλα ζώα χάθηκαν λόγω της υπερβολικής φροντίδας ή/και περιέργειας στην μελέτη τους ,για να μην μετρήσουμε και την αδικαιολόγητη μα πραγματική παιδική κακία. Ακόμα έχω τα χέρια μου βαμμένα με το αίμα ενός μεγάλου κεφαλόπουλου που είχαμε πιάσει με την απόχη και άθελά μας τραυματίσει στην νηκτική κύστη. Προφανώς, το δύστυχο ζωντανό μόλις ξαναέπεσε στο νερό, απλώς επέπλεε στο πλάι και παρ' όλο που είχα πλαντάξει στο κλάμα τελικά κατέληξε στο τηγάνι και το έφαγε με ενοχές ο μικρός αδερφός, που δεν μπορούσε να εκτιμήσει πλήρως την βαρύτητα της κατάστασης. Έκτοτε εξυπακούεται πως δεν έχω ξαναπάει για ψάρεμα, ούτε καν ως θεατής. Την πρώτη πραγματική πίκρα λοιπόν, την έφαγα όταν χρειάστηκε να φύγω για τα άγνωστα μέχρι τότε Γιάννενα κι έτσι έμαθα πως οι ανθρώπινες απώλειες τσούζουνε λίγο παραπάνω από αυτές των παιχνιδιών. Το ποίημα έπεται σε μελοποίηση Δεληβορία. Τις καλημέρες μου!


