Στην Ελλάδα τον ρεαλισμό -μιλάω για ρεαλισμό και διεθνείς σχέσεις- τον αντιμετωπίζουμε κάπως αντιφατικά. Ειδικά ένα συγκεκριμένο ρεύμα σκέψης περί εξωτερικής πολιτικής. Από την μια ο ρεαλισμός είναι η αγαπημένη επωδός όταν πρόκειται να δικαιολογήσουμε την ανάγκη για νέα όπλα. Είναι συνεπώς συμπαθής όταν μας θυμίζει οτι ζούμε σε έναν σκληρό κόσμο αυτοβοήθειας κι έτσι πρέπει να εκμεταλλευόμαστε τα κενά δικαίου με βάση τα συμφέροντά μας. Πληροφορούμαστε λοιπόν πως ο ρεαλισμός "είναι το μοναδικό κριτήριο λήψης αποφάσεων των κρατών" (κρατήστε το αυτό θα μας χρειαστεί αργότερα) και πως "οι ηγεσίες που άργησαν να αποδεχτούν την νέα πραγματικότητα βρέθηκαν σε δυσμενή θέση". Αυτή είναι όντως η μια πλευρά του ρεαλισμού, που μπορούμε να συνοψίσουμε στη φράση "είναι ένας σκληρός κόσμος". Η δεύτερη πλευρά του είναι ότι οι ρεαλιστές είναι -ή τουλάχιστον έχουν τη φήμη πως είναι- αδιόρθωτα πεσιμιστές (πόσες φορές έχεις ακούσει το "ας είμαστε ρεαλιστές" και περιμένεις να ακούσεις κάτι ευχάριστο στη συνέχεια;). Σ' αυτήν την περίπτωση, που δηλαδή κάποιος στο όνομα του ρεαλισμού συνιστά υποχωρητικότητα, τότε σπεύδουμε να βάλουμε τον ρεαλισμό του σε εισαγωγικά και να διευκρινίσουμε πως ο ρεαλισμός στην ουσία είναι η "προσεκτική ανάγνωση των συνθηκών και των συσχετισμών που επιτρέπουν να μεγιστοποιήσουμε το συμφέρον μας" και "δεν είναι μόνο και δεν είναι κυρίως η περιγραφή της κατάστασης. Είναι πρωτίστως η κατανόηση της τάσης". Καλά είμαστε μέχρι εδώ, η ποικιλομορφία του ρεαλισμού μας επιτρέπει να δεχτούμε τις περισσότερες απο τις εκφράσεις που αναφέρθηκαν ως -έστω κι εν μέρει- ορθές. Πάμε λοιπόν εκεί που το επιχείρημα μπάζει άσχημα, δηλαδή στις πρακτικές συνέπειες.
Οι πρακτικές συνέπειες έχουνε να κάνουνε με το πως ορίζεις το "εθνικό συμφέρον" που μας καλείς να προωθήσουμε ρεαλιστικά. Ένα επιχείρημα λοιπόν του άρθρου του Χ. Λαζαρίδη (2007) είναι ότι εφόσον η ΠΓΔΜ διαλύεται ή είναι έστω στα πρόθυρα της διάλυσης, δεν χρειάζεται να συμβιβαστείς γιατί είναι "αντιρεαλιστικό" καθώς σύντομα θα καταρρεύσει η γείτων σαν την ΕΣΣΔ απο τις εσωτερικές τις αντιφάσεις. Το ίδιο ακριβώς επιχείρημα επαναλαμβάνεται στο άρθρο του Κ. Χολέβα (2009). Συμπέρασμα: παρόλο που διεθνώς μόνο εσύ χτυπιέσαι ακόμα για το όνομα ενός γειτονικού κράτους, ο ρεαλισμός σου επιβάλλει να συνεχίσεις να χτυπιέσαι επειδή το κράτος αυτό δεν είναι βιώσιμο. Η "χαμένη υπόθεση" λοιπόν θα κερδηθεί και το εθνικό σου συμφέρον θα έχει εξυπηρετηθεί. Απορία πριν περάσουμε στο τι έχουνε να πούν οι ρεαλιστές: Εξήγησέ μου πως ακριβώς με συμφέρει περισσότερο ένα διαλυμένο κράτος στη γειτονιά μου από ένα σταθερό; Και μιας και είμαστε στα του ρεαλισμού, θα ξέρεις σίγουρα την έννοια του κενού ισχύος. Αυτό ποιός θα το καλύψει; Γιατί μην μου πεις οτι περιμένεις να σε δεχτούνε σαν ελευθερωτή όταν τους έχεις αλλάξει τον αδόξαστο τόσα χρόνια για το όνομα τους.
Φτάνουμε λοιπόν στο καίριο κατ' εμέ σημείο: Πως στο καλό έφτασες να κάνεις την ονομασία ενός μικρού κράτους στόχο εξωτερικής πολιτικής και να τη συνδέσεις με το εθνικό συμφέρον; Η απάντηση υποθέτω έχει να κάνει με το "επειδή έχουμε δίκιο". Εντελώς ξαφνικά λοιπόν το δίκαιο αποκαθίσταται στον θρόνο του και ξεχνάμε τον ρεαλισμό που μας λέει ότι ζούμε σε έναν κόσμο που might makes right. "Εντάξει λοιπόν -μου απαντάς- τότε το κάνω επειδή μπορώ". Δεν βρήκες καλύτερο τρόπο να σπαταλήσεις το πολιτικό κεφάλαιο και την επιρροή σου; Ο λόγος που ένα ζήτημα σαν κι αυτό έχει αναχθεί σε κορωνίδα της εξωτερικής πολιτικής έχει να κάνει με το ότι ορισμένοι αντιλαμβάνονται το εθνικό συμφέρον με όρους εθνικισμού. Αυτό οι ρεαλιστές μπορούνε να σου εξηγήσουνε για ποιόν λόγο είναι καταστροφικό μιας και έχουνε δώσει κάποια σημασία στον εθνικισμό, αν και φαντάζομαι όταν τους διάβαζες σε ενδιέφεραν περισσότερο τα power maxims. Ο πρώτος λόγος είναι εσωτερικής πολιτικής και δεν χρειάζεται ρεαλισμός για να τον καταλάβεις. Πολιτικοί και στις δυο χώρες μαλλιοτραβιούνται και χρησιμοποιούνε το ζήτημα για εσωτερική κατανάλωση, με αποτέλεσμα να έχουνε φανατίσει τόσο την κοινή τους γνώμη που κινδυνεύουνε να χάσουνε τις εκλογές αν το λύσουνε.
Δεύτερον, η τραγωδία των σύγχρονων διεθνών σχέσεων κατά τους ρεαλιστές δεν βρίσκεται στο ότι ο κόσμος έγινε πιο άδικος -πάντα ήτανε- αλλά στο ότι εκεί που παλιά υπήρχε ένας ελάχιστος, αμοιβαία αποδεκτός, παγκόσμιος, ηθικός κώδικας συμπεριφοράς των κρατών, αυτός κατέρρευσε χάρη στον εθνικισμό. Αν λοιπόν σου πήγαινε στραβά η σταυροφορία έλεγες πως ήτανε θέλημα Θεού και ησύχαζες ή -αργότερα, στον 19ο αιώνα- τα έβρισκες εύκολα με τους λοιπούς διπλωμάτες που μοιραζόσαστε κοινές αξίες και παιδεία. Με την εμφάνιση όμως του εθνικισμού και της μαζικής δημοκρατίας η παγκόσμια ηθική αντικαθίσταται από την εθνική (λέγε με δίκαια του έθνους ή ιστορικό προορισμό). Επειδή όμως έχουμε πάντα την τάση να μπερδεύουμε τις δικές μας αξίες με τις παγκόσμιες, έχεις ταυτόχρονα ν (όπου ν ο αριθμός των εθνικών κρατών) ηθικούς κώδικες που απαιτούν να αναγνωριστούν και να επιβληθούν στους υπόλοιπους. Τον επίλογο τον αφήνω στον Morgenthau που τα λέει καλύτερα απο μένα:
-----------------------------------------------------------------------------------------
Μπορείτε να ρίξετε μια ματιά στις απόψεις των κλασικών ρεαλιστών στα ακόλουθα: E.H. Carr "Η εικοσαετής κρίση" (υπάρχει και στα ελληνικά) και H. Morgenthau "Politics Among Nations". Εδικά για τον εθνικισμό ο Carr έχει ασχοληθεί στο "Nationalism and after" και στο "Conditions of Peace", γραμμένα και τα δυο στα μέσα της δεκαετίας του '40. Η παράθεση παραπάνω είναι απο: Morgenthau 'The Twilight of International Morality' (άρθρο στο Ethics, Ιαν 1948)
“Carrying their idols before them, the nationalistic masses of our time meet in the international arena, each group convinced that it executes the mandate of history, that it does for humanity what it seems to do for itself, and that it fulfils a sacred mission ordained by providence, however defined.ΕΡΓΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΠΙΤΙ: Εφόσον ο ρεαλισμός "είναι το μοναδικό κριτήριο λήψης αποφάσεων των κρατών" (βλ. πρώτη παράγραφο) και εφόσον ο ρεαλισμός θεωρεί τον εθνικισμό ως μια καταστροφική εφεύρεση, από που συνάγεται πώς μια κοντόφθαλμα εθνικιστική πολιτική είναι ρεαλιστική;
Little do they know that they meet under an empty sky from which the gods have departed” (Morganthau, 1948 p.99)
-----------------------------------------------------------------------------------------
Μπορείτε να ρίξετε μια ματιά στις απόψεις των κλασικών ρεαλιστών στα ακόλουθα: E.H. Carr "Η εικοσαετής κρίση" (υπάρχει και στα ελληνικά) και H. Morgenthau "Politics Among Nations". Εδικά για τον εθνικισμό ο Carr έχει ασχοληθεί στο "Nationalism and after" και στο "Conditions of Peace", γραμμένα και τα δυο στα μέσα της δεκαετίας του '40. Η παράθεση παραπάνω είναι απο: Morgenthau 'The Twilight of International Morality' (άρθρο στο Ethics, Ιαν 1948)
Νομίζω όποιος έχει ξοδέψει έστω και λίγη παραπάνω ώρα για να διαβάσει περί ρεαλισμού στις διεθνείς σχέσεις (απ' ότι απλά και μόνο για την εξέταση μαθήματος "Θεωρίες Διεθνών Σχέσεων" στο χψ πανεπιστήμιο) νιώθει να δικαιώνεται από τα λεγόμενα σου για κάτι που εξυπακούεται ότι όλοι πρέπει να το αντιλαμβάνονται όπως το εξηγείς, όταν θέλουν να το χρησιμοποιούν. Όπως έχουμε παρατηρήσει όμως όλοι αυτό δε συμβαίνει. Η κατάσταση που περιγράφεις μου θυμίζει αυτό που λέμε καμιά φορά "έπαθα κατάθλιψη". Φυσικά, ένας ψυχολόγος μπορεί να σου εξηγήσει πόσα πολλά είναι τα συμπτώματα που πρέπει να έχεις για να είσαι κλινικά καταθλιπτικός. Αφήνοντας τα σάλια και περνώντας στην ουσία αυτού που θέλω να πω, νομίζω ότι όλοι μας έχουμε την τάση να προσαρμόζουμε εντυπωσιακές έννοιες στα δεδομένα μιας κατάστασης την οποία περιγράφουμε. Όπως είχαμε μαλώσει στις Βρυξέλλες επειδή χρησιμοποίησα και εγώ τον όρο "liberalism" στην πολύ ευρεία του έννοια. Έτσι και με το 'ρεαλισμός', επειδή αυτοί που το χρησιμοποιούν είναι -ή αναγκάζονται να φαίνονται έτσι για να πουλήσουν- εθνικιστές, ονομάζουν ρεαλιστικές τις επιλογές εκείνες που συνάδουν με την ηθική που διαμορφώνει το κράτος και εγκαθιδρύει η κοινή γνώμη. Το εθνικό συμφέρον. Χρησιμοποιούν δηλαδή το ρεαλιστικό ως το ηθικοπολιτικά σωστό με βάση όμως μια υπερβατική αντίληψη του εθνικού συμφέροντος που ξεπερνάει ή προσπερνάει τα συμφέροντα ενός κράτους με καθαρά πραγματιστικά δεδομένα, όπως περιγράφει κυρίως ο δομικός ρεαλισμός (στον οποίο δε μπλέκεις καθόλου με ηθικές και lesser evil ;) ). Και όπως δικαίως διαμαρτύρεσαι αυτή η επανάληψη τείνει να καθιερώσει μια λανθασμένη έννοια αδιαφορώντας προκλητικά για το επιστημονικό-θεωρητικό κομμάτι του όλου θέματος. Γιατί εσύ περαστικέ που τα βλέπεις σε βάθος έχεις ελάχιστες πιθανότητες να αποκτήσεις ποτέ ευρεία αλληλεπίδραση με την κοινή γνώμη. Ενώ ο δημοσιογράφος ή ο πολιτικός διδάσκεται μόνο πως να λειτουργεί στα πλαίσια αυτής της αλληλεπίδρασης. Και όλοι αυτοί αγνοούν και αδιαφορούνε για την ουσία των λόγων τους. Μόνο η απήχηση τους ενδιαφέρει και οι εξαιρέσεις είναι ελάχιστες.
ΑπάντησηΔιαγραφήΑγαπητέ Χ (εμ τι να σου κάνω που μου το ανέβασες ανώνυμα, θα αναγκαστώ να σεβαστώ την ανωνυμία σου) δεν θα μπορούσα να συμφωνώ περισσότερο μ' αυτά που λες. Εγώ σαν πολιτικός επιστήμονας που σέβεται τον εαυτό του (εδώ αναλύεσαι σε ασυγκράτητα γέλια) προσπάθησα να κάνω το κάθήκον μου -και το κομμάτι μου. Τώρα, σοβαρεύοντας, το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι δημοσιογράφοι και οι πολιτικοί. Αν δεις τα λινκς που δίνω θα ανακαλύψεις ότι ορισμένα στεγάζουν και ακαδημαϊκούς -αν και το ξέρεις επειδή το έχουμε συζητήσει. Ελπίζω μόνο κάποιες προσπάθειες που ξεκινάνε (γκουχ γκουχ με τρόπο σου υπενθυμίζω το επιστημονικό χρέος μιας και συμμετέχεις σε μια απ' αυτές) να βρούνε το κουράγιο να πούνε πράγματα που δεν ακούγονται ευχάριστα στην κοινή γνώμη μα που πρέπει να ειπωθούνε. Όχι ότι έχω καμια ψευδαίσθηση πως η κοινή γνώμη έχει όρεξη να ακούει πράγματα που δεν της αρέσουνε, τουλάχιστον ας μάθει πως ορισμένα απ' αυτά που θεωρεί αυτονόητα δεν είναι καθόλου έτσι.
ΑπάντησηΔιαγραφή