Μας πρόλαβε νωρίς φέτος ο χειμώνας. Πρώτα ήρθε το κρύο και τα δέντρα μαδήσανε εντελώς. Σήμερα ήρθε και το χιόνι, έτσι ξαφνικά. Δεδομένου πως το διήμερο θα το περάσω έγκλειστος διορθώνοντας, μια βόλτα στο κανάλι τα μεσάνυχτα με το χιόνι να πέφτει ήτανε μια πολυτέλεια που μπορούσα να μου επιτρέψω. Γιατί το χιόνι συνοδεύεται πάντα από τόση ησυχία; Εντάξει ,πέφτει σχεδόν ξεψυχισμένα , σε αντίθεση με την φασαριόζα συγγενή του, μα δεν είναι μόνο αυτό. Τους θορύβους τους καταπίνει, με πρώτα και καλύτερα τα βήματά σου. Και σπας το κεφάλι σου να θυμηθείς μια αμίμητη περιγραφή, που φυσικά δεν είναι δικιά σου, μα δεν χρειάζεται να πας και πολύ μακριά, σ' ένα νησί λίγο πιο δίπλα απ' το δικό μας:
A few light taps upon the pane made him turn to the window. It had begun to snow again. He watched sleepily the flakes, silver and dark, falling obliquely against the lamplight. The time had come for him to set out on his journey westward. Yes, the newspapers were right: snow was general all over Ireland. It was falling on every part of the dark central plain, on the treeless hills, falling softly upon the Bog of Allen and, farther westward, softly falling into the dark mutinous Shannon waves. It was falling, too, upon every part of the lonely churchyard on the hill where Michael Furey lay buried. It lay thickly drifted on the crooked crosses and headstones, on the spears of the little gate, on the barren thorns. His soul swooned slowly as he heard the snow falling faintly through the universe and faintly falling, like the descent of their last end, upon all the living and the dead.
-----------------------------------------------------------------------------------------------------
Το απόσπασμα είναι από τους Δουβλινέζους, του James Joyce (υπάρχει ολόκληρο στο wikisource). Η ειρωνία της τύχης είναι πως ο τσαλαπετεινός ετοίμασε μια πολύ όμορφη ανάρτηση για το φθινόπωρο την οποία ευτυχώς πρόλαβα να απολαύσω όσο ακόμη είχαμε φθινόπωρο, χωρίς βέβαια να γνωρίζω πόσο γρήγορα θα μας άφηνε.






